Translate

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Ιφιγένεια Σιαφάκα - Λευκό από χθες


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ    ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ
         ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ
   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ
              ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ




Μετά τον θάνατο του πατέρα, έλιωνε όλο και πιο πολύ, μέρα με τη μέρα, κραυγάζοντας προς πλάσματα αόρατα, σαν να ’φταιγαν εκείνα και για τη μικρότερη υπόνοια ενός βλέμματος που είχε πλέον εκλείψει ύστερα από την τελευταία πατρική κραυγή. Έτσι κι αλλιώς, η ελπίδα του Πατρίκ για μια μικρή σκιά του προς στο μέλλον είχε κατασβηστεί πολύ πολύ παλιά στα μάτια του πατέρα σας, προτού καν έστω αντιληφθεί ο αδερφός σου τη δυνατότητα του ίδιου να υπάρξει, λέει ο 
δόκτωρ Τζάσμιν.





Πατέρας, πατέρας! κραύγασε όταν το φέρετρο έμπαινε στο χώμα, και όλα σίγησαν, ακόμη και τα φτυάρια, μπροστά σ’ εκείνη τη φωνή που θύμιζε το μέταλλο των ηγεμόνων που παραφρονούν: κρουστή και άτεγκτη, όταν ο Πατρίκ μας σφυρηλατούσε ψευδαισθήσεις στον αέρα• διαπεραστικά στριγκή, όταν μετάλλασσε τις κόρες των ματιών του σε δρεπάνια• έρμαιο στα ουρλιαχτά όλων των θραυσμάτων που έσπερνε ακάματα ο ίδιος στο μυαλό• εύθραυστη όταν πνιγόταν γύρω απ’ τους κισσούς των στείρων ιδεών του.


Φρανκ, έχω την εντύπωση ότι ενοχληθήκατε τη μέρα της κηδείας διότι έχετε άλλο μέταλλο φωνής, όπως προανέφερα – εκείνο το θρόισμα που κάνουνε τα στάχυα όταν πέφτει ομίχλη στο λιβάδι και το αεράκι αρχίζει να τα γρατζουνάει, κι έτσι αποπνέετε ρομαντική διάθεση σ’ ένα διανοητικό τοπίο μέσα στην ομίχλη, που σας κάνει να φαντάζεστε πολύ. Είστε λοιπόν ένας γραφικός ονειροπόλος ή ένας φαντασιόπληκτος και άκρως επικίνδυνος. Τι λέτε;


Από το μυθιστόρημα ΛΕΥΚΟ ΑΠΟ ΧΘΕΣ, Σμίλη, 
2017

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2019

Ιφιγένεια Σιαφάκα - Σκατζόχοιρος με παπιγιόν





ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ    ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ
   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ   ΣΙΑΦΑΚΑ
        ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ    ΣΙΑΦΑΚΑ


ΚΟΥΤΣΟ

Ασθμαίνον σώμα περιγράφει σώμα και γραμμές με κιμωλία στο κουτσό: ανθοφορούμε σε πνευμόνια τσιμεντένια και κυψελίδες δαγκωμένες από γύπες στα νύχια των ποδιών. Ανασκουμπώνεται απ’ το χώμα η μαμά ραντίζοντας με ξίδι και χολή τη νοσταλγία των σχημάτων, ψωμί και ζάχαρη ταΐζει το θηρίο της λιακάδας, όταν αυτό μ’ ένα δαδί σε σχήμα προβοσκίδας καίει το μέλι στις θηλές μες στα βαμβακερά της έξτρα λαρζ σε χρώμα μπλε και ύφος μουσταρδί. Ολόγυμνη πλέον η μαμά μάς χαιρετάει μ’ ένα σάβανο λευκό που ανεμίζει στάχυα, κιμωλίες και βαμβάκια.



Μ’ έναν σκορπιό στο μάτι και κλαδεμένοι απ’ το πολύ το φως, εμείς κουτσαίνουμε στου δρόμου τη στροφή. Μας οδηγεί ο Πάολο ντε Σιλένθιο, χωλός, μουγγός, μεγαλορρήμων στην απώλεια. Δούλεψε κάμποσα
χρόνια σε καράβια εμπορικά, έκανε σύφιλη, λεφτά, θάλασσες άνω κάτω, λάτρεψε το γαλάζιο και το ουίσκι, φρόντισε το γιασεμί και τις τιράντες και μια παρθένα ζωντοχήρα στη Σαγκάη που ονομαζόταν Βιργινία Τσα Λο Το.  Πέθανε μόλις στα τριάντα πέντε και ανελήφθη από ουράνια παλαμάρια τραβηγμένος, καθώς λένε.






Α, είμαστε αερόστατα πληγών επάνω στο κουτσό
με μνήμες κρεμασμένοι απ’ τα ρουθούνια
αχίλλειες πτέρνες που τοξεύουν ουρανό
πηδάμε, αδαείς και δυνατοί, μια παρθενοραφή
    της τύχης που στραβώνει –



             Είναι ο τρόπος πλέον, Χούλιο, να προσπερνάει
                                        
                τη ζώνη των θανάτων η ανθρώπινη φυλή:

                        


             πρωτότυπη στην υπόμνηση της θλίψης
                                                 

                                                    εξεγερμένη και αχερόντεια στεγνή 









                                
                  (από το βιβλίο "Σκατζόχοιρος με παπιγιόν" εκδόσεις Σμίλη, 2019)
    


Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019

Δημητρης Παπαστεργίου/ Τα μεροκάματα ενός έρωτα



                ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ
            ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ
                           ΔΗΜΗΤΡΗΣ
                     Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ


 ΚΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ
(Η Ιερή Ακολουθία της Δευτέρας)

Κάθε Δευτέρα που φοράς φρεσκοσιδερωμένα
μπλουζάκια, φόρμα, εσώρουχα λευκά και μυρωμένα
και κάνει ανυπόφορη ζέστη στο εργοστάσιο
ιδρώνεις
                                 
και ιερουργώ στα μύρα του κορμιού σου.


          
μαγειρεμένο φαγητό, μαλακτικό και πούδρα,
πορτοκαλόφλουδα λικέρ κεράσι, κρέμα ημέρας,

           
  
αφρολουτρο και άρωμα λεβάντας απ' το παζάρι.
    


(από την ποιητική συλλογή Το μεροκάματο ενός έρωτα
Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2019)




Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

Τόλης ΝΙκηφορου /Κάτι σαν




ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ         ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ             ΤΟΛΗΣ Νικηφόρου              ΤΟΛΗΣ                                            ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ τόλης ΝΙκηφόρου

                                             
                                                   Κάτι σαν 

αναμεσα στις λέξεις
όταν  ανοίγει ένας φεγγίτης
η μυστική καταπακτή

κάτι ολοφάνερο και μαγικό
σαν άγριο θηλυκό
σαν οπτασία
κραυγή των γλάρων
μέσα στην ομίχλη

κάτι σαν άρωμα

κάτι σαν αίσθηση
πέρα από τις αισθήσεις
κάτι σαν φως

ανάμεσα στις λέξεις
κάτι σαν φως




Από τη συλλογή Φωτεινά Παράθυρα, 2014





Κυριακή 23 Ιουνίου 2019

Ειρήνη Βακαλοπούλου - Η επίσκεψη


gyorgy ligeti - musica ricercara [1/11]



ΕΙΡηΝΗ ΒΑΚαλοΠΟΥΛΟΥ   ΕΙΡΗνη ΒΑΚΑΛοπουΛΟΥ
     ΕΙΡΗΝη ΒΑΚαΛΟΠΟουΛΟΥ ΕΙρηνη ΒΑΚΑλοπουΛΟΥ
                              ΕιρήΝΗ ΒΑΚΑλοπούΛΟΥ

μ α ύ ρ ο   π ε ύ κ ο

περπάτησα ένα σπίτι
μονόχρωμο και σκούρο
γνώριμο σπίτι
οι ένοικοί του
αντί σε κάδρα φωτογραφίες
βρύα είχαν γίνει
πράσινα ολόλαμπρα βρύα

 
κι ένα μαύρο πεύκο
στο σαλόνι
κομμένο πεύκο
έμοιαζε με άλογο
ξαπλωμένο
τα μέλη του ακίνητα
άρρωστο μα δεν βογκούσε
μόνο το μάτι του σπάραζε

ήταν το δίκο σου μάτι
ήταν το δικό μου μάτι


λευκό πουκάμισο σου φόρεσα
κι ένα λουλούδι στο στόμα
κόκκινο
σαν αφρικανικός ήλιος
δεν ήσουν νεκρός
το χρώμα σου ήταν ζωηρό
κι ο βολβός του ματιού
έπαιζε κάτω απ΄ το δέρμα

μόνο να σε στολίσω ήθελα

μόνο να σε στολίσω ήθελα κήπε μου


(από το βιβλίο Η επίσκεψη, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2018)

Σάββατο 15 Ιουνίου 2019

Γιώργος Χ.Κασαπίδης - Αλάνα 21





ΓΙΩΡΓΟΣ Χ.ΚΑΣΑΠΙΔΗΣ  ΓΙΩΡΓΟΣ Χ.KΑΣΑΠΙΔΗΣ
           γιωργος Χ.ΚΑΣΑΠΙΔΗΣ  Γιωργος Χ.                             
ΚΑΣΑΠΙΔΗΣ   Γιωργος Χ. ΚΑΣΑΠΙΔΗΣ  Γιώργος Χ.


                              Γιώργος Χ. Κασαπίδης
                        Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΒΑΘΟΣ ΙΔΙΑ
                        ΜΕ ΤΗΝ ΟΜΕΛΕΤΑ ΑΠΌ ΑΥΓΑ ΤΕΡΜΙΤΩΝ
                        ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΚΙ ΟΙ ΔΥΟ ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
                        ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΟΥΝ ΜΕ ΑΞΙΩΣΕΙΣ
                        ΤΙΣ ΤΟΞΩΤΕΣ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ ΓΕΦΥΡΕΣ

                        Το λευκό δεν θα μ' έθελγε
                                      αν δεν υπήρχε το μαύρο 
                                


                              Το σκούρο χρώμα
                                                         της γης η βαρύτητα
                               ελκύουν περισσότερο από την ελαφρότητα
                                           των πουπουλένιων συννέφων
                  


                                        κι ο Μιχάλης που χρωστάει τέσερα νοίκια
                                          όσο ακόμη έχει σύνδεση στο ηλεκτρικό
                                               θα σερφάρει με την ίδια ένταση
                                                      στο αχανές διαδίκτυο





                                                                         (από την ποιητική συλλογή Αλάνα 21
                                                                          Εκδόσεις Οδός Πανός, 2019)


Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019

Μαίρη Κλιγκάτση - Νυμφώνας




ΜΑΙΡΗ    ΚΛΙΓΚΑΤΣΗ
    ΜΑΙΡΗ
ΚΛΙΓΚΑΤΣΗ          ΜΑΙΡΗ
             ΚΛΙΓΚΑΤΣΗ
    ΜΑΙΡΗ
















Ρουθ/Βηρσαβεέ

Θα πρέπει να πήγες να ήρθες, να είπες κυρίως ό,τι 
θυμάσαι να είσαι / σου είπαν και εκείνοι πώς μοιάζεις, τι
χρώμα στα δάχτυλα έχεις εσύ και ποιο τα μαλλιά σου /
σου δείζαν πώς βράζει ο γέρος παππούς στο τσουκάλι
τα φρέσκα του ζώα, πώς κλείνει ο άνδρας τα μάτια 
κοιτώντας τον ύπνο, πώς κλαίει η γυναίκα με γέλιο το
γέλιο / μας είπες σελίδες γραμμένες για εκείνες για
εκείνους, για σένα που νομίζεις πως ξέρεις / και τάισες,
έφαγες, χώνεψες στρογγυλό μαύρο / σ’ ανοίγει σπασμένη 
το τώρα στο κρύο τραπέζι, σε ψάχνει, βουλιάζεις.


Μα, πες μου, τι είναι αυτό το κουτί που κρατάς για 
κεφάλι / πόσα ονόματα κρύβεις / σου λένε, μιλάνε 
χιλιάδες κεφάλια, τα χέρια σού λέω, τα χέρια που πιάνουν
το κρύο κεφάλι, σε αφήνουν, σε δέρνουν, χιλιάδες σου
χέρια μες στο κεφάλι / σε πήραν σε φάγαν δική τους πια
τώρα / και πήγες και ήρθες και είπες αυτά που θυμάσαι,
ωραία μην κλαις, μην φοβάσαι, δεν πρέπει, αφού δεν
θυμάσαι το πριν το μετά το παρόν σου /μα πρέπει μπροστά
σου να δεις εκείνη μπροστά στον καθρέφτη, κι εκείνον
στην άλλη του άκρη σπασμένο, σπασμένοι κι οι δύο.


Ο άνθρωπος μόνος μονάχος μπροστά στον καθρέφτη,
η μάχη το σώμα, εκείνο που ανήκει / σε ποιον το δικό
μου κι ο Ξένος ως τι πια δικός μου, σου λεν δεν σε
ακούω, δεν βλέπω πού είσαι, μα είσαι
εδώ ώς εδώ που με φτάνεις. Με φτάνεις.

                        

      [αυτός που δεν έγραψε ποιήματα]

Θυμάμαι να έραψα ξανά επάνω μου την πτώση.
Ας πούμε πως βαφτίστηκε
«Η βαρύτητα και η χάρη».
Κι ας πούμε πως τώρα εσύ αγγίζεις το βαρύ σου κεφάλι,
Και πέφτουμε και οι δυο κουρασμένοι
στα χέρια που
τώρα αγγίζουν το χρυσό σου κεφάλι.
Πώς ήταν έξι και δώδεκα και βούιζε, κόχλαζε, έτρεμε
η πίστα φωτός, το μελίσσι που γίναμε.
Και σκόρπισες, έφυγες, πρόλαβες τελικά.
Ας πούμε — ότι ξέρεις πως ξέρω:
«Μα υπάρχει προφανής διαφορά σε ένα ποίημα που νομίζει
πως γράφεται,
σε ένα μυθιστόρημα που είναι ήδη γραμμένο».
Και ας πούμε επιτέλους για τις πόλεις, τα φώτα,
το ζώο που είναι ο λαιμός σου.
Ας πούμε επιτέλους για αυτά και για εσένα.
Αφού εμείς- εσύ δηλαδή,
άλλον προορισμό απ’ το να πέφτεις στα χέρια δεν έχεις.
Κι ας πούμε τελικά για σημεία αντιλεγόμενα,
για κείνες τις γραμμές που οι δυο συναντιέστε.
Για ό,τι κάποτε διαβάσαμε στην απόσταση
και για τη μεγάλη της λίμνη,
που μέσα της πνίγομαι, που μέσα σε κρύβω
εσένα που μ’ είδες. 
.


Aπό την ποιητική συλλογή Νυμφώνας, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2019.