Translate

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Κλεοπάτρα Λυμπέρη -Σονέτο για χαρτί περιτυλιγματος














           ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

     ΣΟΝΕΤΟ ΓΙΑ ΧΑΡΤΙ ΠΕΡΙΤΥΛΙΓΜΑΤΟΣ            


         Σε ουρανία συγχορδία σ’ αναμένω
      να ηχήσω μαζί σου ως του θανά-
      του την υπερούσια σιγή. Δυο ανα-
      βάτες του χρόνου στον ενωμένο

       καλπασμό μας είμαστε. O καιρός
       περνά. Κι ως θα λυγά μπροστά σου
       -σαν κατοικίδιο ωραίο με ουρά- ιερός
       ο έρως μου, θα σου φωνάξω, στάσου.

           Θ' αφήσω ένα σονέτο να μιλήσει
       (το μάτι της κουζίνας έχω κλείσει;)
       Ινφάντα εγώ κι εσύ σωστός ιππότης
       (ή μήπως, άνευ ίππου, σκέτος πότης;) 

       Του έρωτός μας αυτή η συγκυρία
       ίσως γραφτεί στη λογοτεχνική ιστορία.
                         



Aλλιώς:
                      Ινφάντα εγώ
                   κι εσύ, σωστός ιππότης  
                   (άμπωτις  της νυχτός;)  
                   Η ανθρωπότης
                  θα πει για μας:
                  Ινφάντα εκείνη
                   στου ποιήματος
                   την κουπαστή
                κι εκείνος ναύτης του
                 μπέρμπον, ακίνη-
               τος στον υπολογιστή


Ιανουάριος 2000.







Τάσος Γουδέλης - κριτική για το Επταετές Κοράσιον

ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ
Για το βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη
ΕΠΤΑΕΤΕΣ ΚΟΡΑΣΙΟΝ


ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ, ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ
O ποιητής που ασκείται στο ‘μη εαυτόν αρέσκειν’ την ώρα της γραφής, δεν είναι δέσμιος μιας θεολογίας, απλώς έχει κατά νου τις παγίδες του ναρκισισμού.». 
                      (Από το βιβλίο)


Ο αναγνώστης που ξεφυλλίζει το παρόν βιβλίο της Κλεοπάτρας  Λυμπέρη πάνω από τον πάγκο ενός βιβλιοπωλείου ή κάπου αλλού, μη έχοντας το χρόνο να προσλάβει αμέσως και επακριβώς το είδος στο οποίο ανήκει η γραφή της τελευταίας, θα κάνει διάφορες βιαστικές υποθέσεις, γιατί, ας πούμε, παρακειμενικά δεν τον βοηθά η σημειολογία του βιβλίου. Βέβαια, δεν θα χρειαστεί και πολύ σκέψη αν συνδυάσει με μια ματιά το θεολογικό, παπαδιαμάντειο τίτλο Επταετές κοράσιον –αυτόν τον εξόχως αδέσμευτο νοηματικά εν σχέσει με τα άλλης τάξεως, συνθηματικώς ποιητικά κείμενα του βιβλίου– για να καταλήξει σε πολύ γενικά συμπέρασματα σχετικά με το προηγούμενο ζητούμενο.
     Αλλά δεν αρκούν, οπωσδήποτε, μόνο διαπιστώσεις του τύπου: «Κρατώ στα χέρια μου ένα βιβλίο με μια παιγνιώδη, μεταμοντέρνα γραφή, η οποία μέσα από ένα ποικίλα τηλεγραφικό, αφοριστικό πνεύμα μοιράζει την τράπουλα», όπως λένε. Πιστεύω ότι πέρα από τα πολλά προτερήματα του βιβλίου λειτουργεί θετικά ακριβώς και η συνιστώσα που μόλις ανέφερα: η παιγνιώδης αναμέτρηση με διάφορες στοχαστικές βραχυλογίες, με σκοπό την ποιητική υπέρβαση.
     Εδώ θα μπορούσα, χωρίς αστεία, να έχω ολοκληρώσει το σχολιασμό του Επταετούς κορασίου, εάν ήμουν αναγκασμένος να το συστήσω εν συντομία σε άλλους. Όμως, βρίσκομαι εδώ, η Λυμπέρη αποτρέπει από μια τέτοια ενέργεια, και θα ένιωθα ότι  προδίδω απόλυτα τη χειρονομία της εάν ήμουν υποχρεωμένος να πράξω κάτι παρόμοιο. Γιατί προσφέρει ένα βιβλίο, το οποίο παρά το μικρό του δέμας (εγώ, αντίθετα, λάτρης του βραχέος κειμένου, θα έλεγα: χάρις στο μικρό του δέμας), μας θέτει ενώπιον των ευθυνών μας.
    Και εξηγούμαι: μας υποχρεώνει με το ιδαίτερο βάρος της πυκνής και ακαριαίας γραφής της να παρακολουθήσουμε προσεκτικά μια διατύπωση, η οποία αποστάζει τον κουρασμένο μακροπερίοδο λόγο, για να καταλήξει σε απαιτητικούς νοηματικούς πυρήνες.
    Ας προσπαθήσω, όμως, να περιγράψω, όσο δύναμαι, τη σημειολογία της πρότασής της ξεκινώντας από κάποια προφανή, εξωτερικά ίχνη:  
Να πω, λοιπόν, ότι η Κλεοπάτρα Λυμπέρη στο βιβλίο της δεν σημειώνει δίκην εισαγωγής, επιμέτρου ή σχολίου στο οπισθόφυλλο, σε κάποια τέλος πάντων σελίδα κάτι εκτενές και διευκρινιστικό για το είδος στο οποίο ανήκει το κείμενό της (ή για την ακρίβεια τα κείμενά της) και, γενικά, δεν δίνει διασαφήσεις για τη φύση του.
    Οπότε αναθέτει στον αναγνώστη (και όχι κατ' ανάγκην φιλοπερίεργο), το ρόλο του ερευνητή σχετικά με το λογοτεχνικό χώρο στον οποίο κινείται η γραφή της  κατά βάθος. Γιατί, σε πρώτο επίπεδο, όλοι το αντιλαμβάνονται, η συγγραφέας καλλιεργεί τον βραχύ ποιητικό λόγο, δίκην... Αλλά ας μην προχωρήσω σε προσδιορισμούς, όπως βιάστηκα να κάνω στην αρχή, πριν πάρω τα πράγματα με τη σειρά. 
     Η Λυμπέρη το μόνο που παραθέτει στην τελευταία σελίδα του βιβλίου είναι μία φράση, η οποία μπορεί να μας καθοδηγήσει πολύ αδρά σχετικά με τα προηγούμενα. Συγκεκριμένα πρόκειται για μερικές ευχαριστήριες λέξεις οι οποίες απευθύνονται στον Ίκαρο (μπορώ να συμπεράνω ότι πρόκειται για τον κοινό μας φίλο Γιώργο -Ίκαρο Μπαμπασάκη) ευχαριστώντας τον για το δώρο του συγκεκριμένου «σημειωματαρίου»: έτσι χαρακτηρίζουν, μάλλον αόριστα, τη μορφή του παρουσιαζόμενου βιβλίου. Η Λυμπέρη, λοιπόν, ονομάζει τον φορέα, ας πούμε, των κειμένων της “σημειωματάριο”.
     Τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό; Εκ πρώτης όψεως το όχημά της: αυτό το μικρό note book, το πιο κλασικό πια μέσο καταγραφής εντυπώσεων, στη θέση ενός μικρού ipad, είναι ένα μπλοκ στο οποίο κάθε συγγραφέας αποτυπώνει σύντομες σκέψεις του, υπό το κράτος κάποιας έμπνευσης, με αφορμή διάφορες αιτίες π. χ. μετά από μια φράση που σκέφθηκε μόνος του ή άκουσε και τον ενδιέφερε αισθητικά, μετά από μια σύντομη, φευγαλέα εικόνα καθημερινή ή όχι, ελκυστική για “μεταγραφή” κ. λ. π. , κ. λ. π.
     Άρα είναι προφανές, αλλά χρειάζεται να το τονίσω χάριν της συζητήσεως, ότι  η έννοια του “σημειωματαρίου” μας παραπέμπει με ακρίβεια στην έννοια του σύντομου κειμένου: σε ένα εργαλείο, πιο ειδικά, του συγγραφέα, όπως προανέφερα, γιατί αυτός μας ενδιαφέρει εν προκειμένω. Εδώ ας θυμηθώ, ως παρέκβαση και όχι,  μιαν πολύ γνωστή δραματουργική επινόηση: τον συγγραφέα Τριγκόριν από τον Γλάρο του Τσέχοφ (μια περσόνα του ίδιου του μεγάλου ρώσου δημιουργού), ο οποίος αναφερόταν με μελαγχολία στο βασανιστικό, μικρό του μπλοκ, γιατί εκεί ένιωθε υποχρεωμένος να συλλέγει, ως εντομολόγος, ανασύροντάς το από την τσέπη του (ακόμα και σε ένα νωχελικό περίπατο με συντροφιά), όσες ωραίες φράσεις άκουγε ή του έρχονταν στο μυαλό ξαφνικά.
    Η Λυμπέρη, λοιπόν, μας παρουσίασε ένα βραχύ βιβλίο με σημειώσεις στο πνεύμα που προσπαθώ να εντοπίσω, ίσως μαζί με οποιονδήποτε αναγνώστη. Επιμένω στον ακριβή προσδιορισμό της γραφής της, εν προκειμένω γιατί, όπως είπα, η ίδια η συγγραφέας αρνείται να τη σχολιάσει. Να τονίσω εδώ ότι δεν με ενδιαφέρουν οι φιλολογικές σχηματικότητες, οι ειδολογικές κατατάξεις, οι οποίες αφαιρούν, συνήθως, αυτή τη διαφεύγουσα, έκτακτη θερμοκρασία, που οφείλει, θα έλεγα, να έχει κάθε κείμενο. Χάριν συζητήσεως, επαναλαμβάνω, αξίζει τον κόπο, νομίζω, να εξετάσουμε και να προσεγγίσουμε, το χώρο μέσα στον οποίο κινείται η Λυμπέρη, αποκαλύπτοντας, ει δυνατόν, ακόμα και προθέσεις, εκτός από τις όποιες κατακτήσεις της γραφής της.
    Παρακάμπτοντας τον πολύ ελεύθερο τίτλο (μεταφυσικής, ρομαντικής, υπερρεαλιστικής ή καταγωγής), που θα μπορούσε να μας οδηγήσει, πιθανόν, σε εσφαλμένες κρίσεις, βάσει της δικής μου μεθόδου προσέγγισης του βιβλίου, επισημαίνω τα εξής:
   Σε μια πρώτη μας επαφή με το βιβλίο, βλέπουμε ότι η συγγραφέας καλλιεργεί τον επιγραμματικό λόγο με την ευρεία έννοια και όχι με την ιστορική/φιλολογική. Κι όταν λέω, δηλαδή, επιγραμματικό λόγο, εννοώ εκείνη την ευσύνοπτη γραφή, η οποία, ακαριαία και με οικονομία εκφέρει ολοκληρωμένα νοήματα.
    Ας μην μας παρασύρει η ημερολογιακή μορφή του βιβλίου. Εξηγούμαι: η Λυμπέρη δίκην ημερολογιακών σημειώσεων καταγράφει σκέψεις, στοχαστικές ιδέες και ποιητικές παρατηρήσεις με λόγο βραχύ, που μοιάζει να συγκεντρώνει τον αφρό της ημέρας καταγραφής. Εδώ η χρήση του ημερολογίου παίζει ένα ρόλο τελικά φαντεζίστ, ποιητικό: αφού βαραίνει μόνο για τη Λυμπέρη, και όχι για τον αναγνώστη, ως ρεαλιστικό μυστικό, ως στοιχείο της προσωπικής της μυθολογίας.
    Όλοι γνωρίζουν τη δυσκολία να χαρακτηρισθεί, ιδιαίτερα σήμερα, μετά από έναν Κάφκα ή ένα Σιοράν ή ακόμα και μετά  από τα Μονολεκτικά και ολιγόλεκτα του δικού μας Καρούζου, ο περιεσταλμένος λόγος, που κινείται μεταξύ δοκιμιακού στοχασμού και ποιητικής κατάθεσης. Έχει κυλήσει άφθονο νερό μετά τους Λατίνους, τους Αλεξανδρινούς ή την περίοδο ενός Λαροσφουκό, όπου τα πράγματα ήσαν πιο απλά: οι σύγχρονοι του γάλλου ευφυολόγου, π.χ., έλεγαν αποφθεγμα και εννοούσαν ακριβώς αυτό που καλλιεργούσε ο τελευταίος. Δηλαδή «τη λακωνική αλλά ουσιαστική έκφραση» που θυμίζει την παροιμία, το ρητό, τον αφορισμό, το στοχασμό, το επίγραμμα, το γνωμικό, το αίνιγμα, το αξίωμα και άλλες παρεμφερείς έννοιες.
    Θα έλεγα ότι τυπικά η Λυμπέρη κινείται στην περιοχή του αφορισμού: σε εκείνη, δηλαδή, την επίσης βραχεία και περιεκτική διατύπωση ( σε αναλογία με τις προηγούμενες έννοιες), οι οποίες, σύμφωνα με τα λεξικά, όταν είναι εύστοχος εκθέτει και συμπυκνώνει ένα μέρος της αλήθειας και είναι ένα γενικό διάγραμμα ή μια εικόνα. Από τον Άγιο Αυγουστίνο έως τον Σοπενάουερ και από τον Βαλερί έως τον Παβέζε και τον Γούντι Άλεν, η έκφραση αυτή ευδοκίμησε.
    Αλλά εν προκειμένω έχουμε μπροστά μας ένα είδος αφορισμού, ποιητικής τάξεως, ο οποίος κλίνει περισσότερο προς τη στοχαστική και ανατρεπτική σκέψη. Μένω για λίγο στον όρο ανατρεπτική για να τον αντιδιαστείλω προς αυτόν που η θεωρία έχει συνδέσει με τον ειρωνικό/σατιρικό, κάτι ξένο προς τις επιδιώξεις της Λυμπέρη. Εδώ να τονισω ότι οι παιγνιώδεις ενίοτε στοχεύσεις της συγγραφέως δεν εισέρχονται στο χώρο που προανέφερα.
    Η τελευταία μέσα από τις σημειώσεις της, εκ των οποίων οι εκτενέστερες δεν ξεπερνούν τις εννέα αράδες σε έκταση, παρατηρεί και καταγράφει, κάποτε με εξομολογητική διάθεση, ποικίλα φαινόμενα: γλωσσικά, λογοτεχνικά, ψυχολογικά, φιλοσοφικά, ερωτικά, «φυλετικά» και άλλα.
    Το ζητούμενο της Λυμπέρη, η οποία ως συγγραφέας γενικά ασχολείται και με το θεωρητικό λόγο, είναι το ποιητικό εξαγόμενο, μέσα από τη συναίρεση δοκιμιακής και ποιητικής γλώσσας. Η γραφή της επιζητεί τη συμμετοχή μας μέσα από αυτή τη διασταύρωση. Θεωρώ πως πιστεύει ότι η συγκίνηση ή ακόμα και ένας αόριστος αιφνιδιασμός μπορούν να προέλθουν από τη χημεία διανοητικού και συναισθηματικού. Η γαλλική αλλά και η αγγλοσαξωνική σύγχρονη σκέψη ανιχνεύεται ως επίδραση στο λόγο της, ο οποίος, όμως, έχει κερδίσει την αυτονομία του μέσα από ιδιοπρόσωπες νοηματικές «προκλήσεις».
    Τα μικρά και ευκίνητα παίγνια της Λυμπέρη στα χέρια κάποιου άλλου, λιγότερου ικανού, πιθανόν να φλέρταραν με την κατασκευή: προιόντα κάποιου που ποζάρει ή νομίζει ότι χρησιμοποιεί τη γλώσσα, ενώ αντίθετα εκείνη τον παγιδεύει. Στην περίπτωση της Λυμπέρη, όμως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με δραστικά αινίγματα, ακόμα και όταν οι αφορισμοί της μοιάζουν να αυτοαναφλέγονται, να αυτοκαταστρέφονται, όπως το φίδι που δαγκώνει την ουρά του. Δεν εννοώ ότι η  προκείμενη γραφή δεν στήνει κάποτε αμήχανες παγίδες, αλλά έχεις την εντύπωση στις περισσότερες περιπτώσεις, για έναν άγνωστο και δυσερμήνευτο λόγο που σχετίζεται πάντα με την προικισμένη γλώσσα, ότι οι απολαυστικές δυσκολίες μας μπροστά στη συγκεκριμένη διατύπωση αντανακλούν και τις δυσκολίες της ίδιας της Λυμπέρη απέναντι στο αντικείμενό της.
    Θέλω να πω ότι η τελευταία με δεξιοτεχνία πείθει για την εξομολογητική της διάθεση, την ταπεινότητά της, ακόμα και όταν νομίζεις πως την απασχολούν σχήματα και ιδέες παρά αληθινά αισθηματα. Το ποιητικό της Εγώ λειτουργώντας δημιουργικά δεν αφήνει περιθώρια παρεξηγήσεων για την πρόθεσή της. Η ίδια εξάλλου διευκρινίζει: «Ένα αυτάρεσκο εγώ δεν μπορεί παρά να είναι παραιτημένο από την ποιητική της ύπαρξης. (Αν και η αυταρέσκειά μου συχνά συντρίβει την ποιητική μου, οι λέξεις μου εξακολουθούν να γράφουν ποιήματα σε χαρτιά!).»
    Aναφέρθηκα προηγουμένως σε αινίγματα και υπαινίχθηκα ότι η Λυμπέρη προτείνει διάφορους γρίφους πετώντας μας το γάντι. Εάν ο ασκημένος αναγνώστης δεν έμενε ικανοποιημένος από τη γραφή της θα θεωρούσε ευλόγως τη χειρονομία της αντιποιητική και προιόν εργαστηρίου. Όταν, όμως, αυτός μπροστά σε τούτα τα «μυστικοπαθή» ενίοτε λεκτικά μορφώματα, νιώθει, κατά τη γνωστή φράση, ότι έχει μείνει στον προθάλαμο, μη μπορώντας να παραβιάσει τα ελκυστικά μυστικά τους, τότε αναγνωρίζει την επιτυχία της Λυμπέρη.
    Η Λυμπέρη κερδίζει τις εντυπώσεις με το συγκερασμό: ναρκισισμού και μετριοπάθειας, εσωστρέφειας και εξομολόγησης, εγκεφαλικότητας και συγκινημένης διάθεσης. Τι άλλο, όμως, μπορεί να είναι η γραφή πέρα από αυτές τις αντινομίες; Η γραφή της Λυμπέρη δεν κρύβεται και αντιμετωπίζει ανοιχτά και με επιτυχία το συγκεκριμένο, παράδοξο. Την οιονεί αυτή πρόκληση για κάθε συγγραφέα.
    Υπαινίχθηκα εισαγωγικά ότι δεν είναι της αρεσκείας μου ο εκτενής λόγος. Ως ομιλητής, δε, και ακροατής, ακόμα περισσότερο, αποφεύγω να γράφω ή να ακούω «τιράντες», όπως λένε τηρουμένων των αναλογιών, στο θέατρο. Να επαναλάβω, εδώ, όμως, ότι τα ευσύνοπτα κείμενα  της Λυμπέρη μέσα από την απροσδιόριστη, τελικά, ουσία τους, που έχει σχέση με ό,τι μυστικό και ανερμήνευτο μας συνδέει με την αληθινή ποίηση, παρά το μικρό τους δέμας, σου επιβάλονται: δεν σου επιτρέπουν να τα ξεπεράσεις εύκολα. Θα έλεγα, χρησιμοποιώντας μια μάλλον κοινότοποη έκφραση, που ακούγεται κάπως ηχηρή, ότι σε επινοούν. Κατορθώνουν να σε απασχολούν περισσότερο από όσο είχες φανταστεί αρχικά. Κι αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό: δηλαδή το να δείχνουν, τα πιο πολλά, ακόμα και τα πιο εξωστρεφή, ότι έχουν ξαναδιατυπωθεί και παρ’ όλ’αυτά να διατηρούν μια λαμπερή πρωτογένεια.
     Παρασύρθηκα: κάπου εδώ πρέπει να κλείσω την μικρή αυτή ομιλία, στην οποία παρά τις προσπαθειες μου για να περιλάβω σε γενικές γραμμές όλες μου τις εντυπώσεις από το προκείμενο βιβλίο, νιώθω ότι ήταν ατελής και ανολοκλήρωτη. Να πω, όμως, ότι και να ήταν δεκαπλάσια σε έκταση πάλι θα ένιωθα ότι προδίδω αυτά που εισέπραξα και μπορώ να εισπράξω από τις τόσο υποψιασμένες βραχυλογίες της Λυμπέρη. Όπως κάθε καλό βιβλίο έτσι κι αυτό, λοιπόν, είναι ανοιχτό και επιζητεί να το ανακαλύπτεις συνεχώς: να μην το αφήσεις να σκεπαστεί και να χαθεί από τον όγκο των αναγνωστικών υποχρεώσεών μας, οι οποίες στην πλειοψηφία τους είναι πληκτικές.
    Προτείνω αυτά τα κείμενα ολόθερμα: γιατί έχουν προκύψει από τη συνάντηση αγχίνοιας, δολιότητας (ας μην μας τρομάζει η λέξη, νομίζω ότι σχετίζεται με την εύστοχη γραφή) και ευαισθησίας.

ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ


Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου
στο Ιονικό Κέντρο - 2011


Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

ΗΜΕΡΙΔΑ, 31 Μαρτίου 2018 - Στοα Βιβλιου


ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ
–ΗΜΕΡΙΔΑ, 31 Μαρτίου 2018, 11:00 με 17:00, Στοά του Βιβλίου


















1ο Τραπέζι / Συντονίζει ο Δημήτρης Αγγελής
Ελισάβετ Αρσενίου, Παναγιώτης Βούζης, Κώστας Βούλγαρης, Αναστάσης Βιστωνίτης

2ο Τραπέζι / Συντονίζει ο Χάρης Μελιτάς
Γιώργος Γιαννόπουλος, Πέτρος Γκολίτσης, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Ξάνθος Μαϊντάς

3ο Τραπέζι /  Συντονίζει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Γιώργος Μπλάνας, Παντελής Μπουκάλας, Γιάννης Πανούσης

4ο Τραπέζι / Συντονίζει ο Κωνσταντίνος Μπούρας
Ντίνος Σιώτης, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Γιώργος Χουλιάρας, Μαρία Ψάχου


Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Κλεοπάτρα Λυμπέρη- Ο μοτοσικλετιστής θάνατος




   ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ
  Ο ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

  Από το φρέαρ του θανάτου μιλώ
  χώρα που ερημώθη απ' τον έρωτα
  στο τίναγμα του μαύρου, ως κόκκινο βαθύ
                                                  ιππεύοντας μοτοσικλέτα.
  Φοβάμαι τη σάρκα και μ' αυτή παλεύω
                                                  όμως αποφάσισα αλλιώς
    να αφαιρέσω ένα ένα τα ενδύματα
                                                   το σώμα του πνεύματος να ελευθερώσω.
                                                   Μήπως μια τέτοια γύμνια δεν είναι  γενναιότητα; 
                                                   Βέβαια το'ξερα απ' την αρχή.
                                                   Σ' αυτά τα πράγματα υπάρχει κίνδυνος.  
                                                     






(Από το βιβλίο
Ο ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
εκδόσεις Κάβειρος 1990)









Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Α. Καρακκόκινος



Aνδρέας Καρακόκκινος 
Ανδρέας Καρακόκκινος
                                    
                                   ΚΟΚΚΙΝΗ ΧΑRLEY

                                         Απόδραση
                                                    μ' ένα όνειρο στην τσέπη             
                                                       σε μια Harley κόκκινη
                                                    να γίνω ένα με τον αγέρα.

                                                                      Σε μια διαδρομή

                                                  χωρίς προορισμό κι υποχωρήσεις
                                                   χωρίς το ανελέητο κυνηγητό
                                                          των  πεπραγμένων.

                                                                        Στην άσφαλτο

                                                   που θα κοχλάζει ερωτηματικά
                                                       σαν καζάνι της κόλασης
                                                          απάντηση καμιά.

                                                                       Σε δυό ρόδες

                                                    θ' αναζητήσω την ταχύτητα
                                                           που έχει το φως
                                                        πριν έρθει το σκοτάδι.

                                                                    Η ελευθερία της ψυχής

                                                    σε μια βελόνα του καντράν
                                                    που όλο ανεβαίνει ν' αγγίξει
                                                        το τέρμα της ζωής.

(απο το βιβλίο
"Λαθρεπιβάτες σε πειρατικο"
Εκδόσεις Ενεκεν)






Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου



ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ


ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΤΟ ΑΛΦΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΓΑΤΑ
Το μηδέν ομοιάζει με όμικρον στην ένωσή του με τη μάνα Σαν η ουσία των πραγμάτων να εγγράφεται σε κύκλο αρχής Το μηδέν ενέχει το νόημα όλο.

Το όμικρον ως κύκλος της ρίμας σε κάποιο ποίημα παλιό που για να ενηλικιωθεί απαιτείται η αποκήρυξή της το κόψιμο με τον ομφάλιο λώρο, Η καταγωγή του είδους του από τραγούδι όμως μόνο έτσι το ανάγει στην ιάσιμη μελωδία εντός της ευρρυθμούμενης κοιλίας Εκεί όπου εγενήθη η ζωή χέρι με χέρι με την εξουσία του θανάτου

Σε αυτόν τον κύκλο εγγράφεται το
άλφα της ίασης κι όχι μόνο το ωμέγα
Γιατί τότε θα ξαναγυρίζαμε στο μηδέν

Μα αν ήταν τόπος θα ήταν ουτοπία αφού δεν υπάρχει ως υπόσταση Μα οι λαγόνες και οι μηροί κι η μήτρα και το σπέρμα είναι το ίδιο υπαρκτά όσο εγώ κι εσύ Το ενδιάμεσό τους όμως το κόκκινο χρώμα του αίματος είναι ταυτόχρονα τόσο όμικρον όσο και κύκλος τόσο μηδέν όσο και άλφα

Σαν εκείνη τη γάτα που μπήκε μέσα στο πείραμα κι έδωσε μια και κίνησε το κουβάρι της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης που είναι και η βεβαιότητα της αυταπάτης στον έρωτα γιατί σ’ αυτόν οφείλουμε και το άλφα και το μηδέν τη στιγμή που κυματίζουν τα κορμιά που διαρκώς αναζητείται και ατέρμονα νοσταλγείται σ΄ όλο το μήκος του κύκλου της ζωής και του θανάτου καθώς λιάζεται η γάτα κουλουριασμένη πάνω στο περβάζι του παραθύρου σου μαζεύοντας ήλιο με κλειστά μάτια





Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Ιωσήφ Βεντούρας-Το παιχνίδι (κριτική)







Από την Κλεοπάτρα Λυμπέρη
λίγα λόγια για το βιβλίο του
                           
ΙΩΣΗΦ ΒΕΝΤΟΥΡΑ
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
(Εκδόσεις Τυπωθήτω, 2015)


Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΙΓΝΙΟΥ
          
               Τo παιχνίδι φτάνει ως τον θάνατο του υποκειμένου
                     Ρολάν Μπαρτ
         
                    Ας φανταστούμε/μια έκρηξη/την ανυπαρξία/
             ένα pulsar στον ουρανό/μια χαίτη αλόγου
                 που καλπάζει
                   Iωσήφ Βεντούρας


Το ανοιχτό παιχνίδι του χρόνου, ο κόσμος της περιπλάνησης, δεν εκδηλώνεται ως νόημα, ούτε ως παράλογο, εκδηλώνεται ως παιχνίδι. Με αυτή τη λέξη δεν εννοώ το ανθρώπινο και το κοινωνικό παιχνίδι, όσο το παιχνίδι του ίδιου του κόσμου, αυτό που υποβάλλεται σε μας, οι οποίοι είμαστε παίγνιο μαζί και παίκτες, υποστηρίζει ο Κώστας Αξελός. Θυμήθηκα αμέσως τις παραπάνω σκέψεις, όταν πήρα στα χέρια μου την τελευταία ποιητική συλλογή του Ιωσήφ Βεντούρα. Για να διαπιστώσω στη συνέχεια ότι το παρόν βιβλίο, πέρα από τις ευρύτερες φιλοσοφικές διαστάσεις προς τις οποίες μας ανοίγει, φιλοδοξεί να αποτελέσει αυτό το ίδιο ένα παιχνίδι με συγκεκριμένο μηχανισμό και όρους συμμετοχής.
Ο ποιητής είναι παίκτης στον χώρο των αισθημάτων, ένας επιστολογράφος των συγκινήσεων, συνομιλητής του χρόνου και ταυτοχρόνως εκείνος που καλείται να καταργήσει τον χρόνο, βάζοντας τους δικούς του υπαρκτικούς και καλλιτεχνικούς όρους. Το παρόν βιβλίο μας υποβάλλει κατ’ αρχάς την έννοια του ίδιου του χρόνου, μέσα από την αισθητική εμπλοκή του Βεντούρα σε αυτό που ονομάζεται ζωή, ιστορία, τεχνικός πολιτισμός, συναισθηματικό και νοητικό περιβάλλον. Ο χρόνος ως ρυθμιστής, ως δεσμώτης και ως άρχων του αέναου παιχνιδιού, παρουσιάζεται εδώ αποκαλύπτοντας μερικά από τα προσωπεία του, κόσμους πραγματικούς και φαντασιακούς, τεχνητούς κι «αληθινούς». Περίοπτη θέση στην  αφήγηση κατέχει ο χρόνος του Διαδικτύου, ως το κεντρικό σημαίνον του σύγχρονου πολιτισμού.


Αλλά ας το πιάσουμε από την αρχή. Με τις παλιότερες ποιητικές του συλλογές Κυκλώνιον και Ταναϊς ο Ι.Β. επένδυσε στη μνήμη, ανιχνεύοντας την εβραϊκή του ταυτότητα όχι μόνο μέσω της συναισθηματικής του ζωής αλλά και μέσα από την ίδια την ιστορία. Τα ειδικά στοιχεία στα οποία κατέφυγε γι’ αυτό τον σκοπό (εβραϊκή παράδοση, θρησκευτικές αφηγήσεις, Βίβλος, Καμπαλά, μύθοι, ψήγματα από τη γλώσσα των εβραϊκών γραφών) προφανώς τον  βοήθησαν να ολοκληρώσει τη συγκεκριμένη ανίχνευση. Έτσι, στο νέο του βιβλίο δεν συναντάμε πλέον ανάλογες σημάνσεις αλλά
την πρόθεση ενός βλέμματος καθολικού, που ενδιαφέρεται για τη συνολική ανθρώπινη περιπέτεια. Στο ποίημα Το φάντασμα ΙΙ θα γράψει:  Φτιαγμένος να γυρεύω ηδονή/ σε παγίδα βρίσκομαι που δεν γνωρίζω. Και ο Παράδεισος/ τι παραμύθι!  Εντούτοις η μεταφυσική του ανησυχία παραμένει: Ας υποθέσουμε μια λίμνη / σε σύμπαν φωτεινό./Aς υποθέσουμε/μια τρύπα στο γαλαξία. (Pulsar)
Πέρα από τη γενικότερη διάσταση του κοσμικού παιχνιδιού (όπως τη θέτει η σκέψη του Αξελού, και όπως υπονοείται στην παρούσα συλλογή), κατά τη δική μου αίσθηση ο Ι.Β. ανοίγεται και σε άλλα επίπεδα, συμπεριλαμβάνοντας το ανθρώπινο υπαρξιακό παιχνίδι. Θα έλεγα μάλιστα ότι η ποιητική του θέτει εξ’ αρχής το υπαρξιακό ζήτημα επί τάπητος, από τη στιγμή που ο ίδιος  τοποθετεί μπροστά μας μια σκηνή με πρόσωπα που συνδιαλέγονται  –ηθοποιούς και ρόλους–, για να αναδείξει στο βάθρο ένα ειδικό νόημα: «παιδός η βασιλεία». Ο χρόνος είναι ο μεγάλος αυθέντης, και μόνο ως παιδιά μπορούμε να τον υποτάξουμε (να τον καταργήσουμε;) ως παιδιά και ως αθώοι, δηλαδή ως μη έχοντες γνώση του θανάτου.


Παρότι δηλώνεται ότι η αμεριμνησία αποτελεί το κεντρικό διακύβευμα στην ανά χείρας συλλογή, η μελαγχολική υπενθύμιση της έννοιας του θανάτου καταργεί την επίπλαστη φύση του «παιχνιδιού», αναστρέφοντας το ανάλαφρο κλίμα. Ο θάνατος παρουσιάζεται διαρκώς  αθροίζοντας μια ερεβώδη ατμόσφαιρα που πιστοποιεί το πραγματικό αίσθημα του Ι.Β., τον βαθύτερο σκοτεινό κόσμο του: Για ψίχουλα πουλιέμαι/καμπυλώνει ο χρόνος/όταν συναντιούνται εκείνοι που υπήρξαν/και οι άλλοι που όχι/ καμπυλώνει ό,τι ζωγραφίσαμε. (Το φάντασμα ΙΙ)
 Στο διήγημα Μάρφυ, ο Μπέκετ βάζει τον ήρωά του να παίζει σκάκι με τον κύριο Έντον σε έναν αέναο αγώνα: Τα σύμβολα είναι προφανή: Το παιχνίδι της ζωής και του θανάτου, το παιχνίδι της τυχαιότητας, το παιχνίδι του παραλόγου, η επανάληψη, η φθαρτότητα, ο ανθρώπινος κατακερματισμός, η απουσία  νοήματος. Ο Βεντούρας δημιουργεί κι αυτός μια συνέχεια του σκοτεινού μπεκετικού κλίματος, με ίχνη από τα αδιέξοδα και τον απελπισμό της ύπαρξης, βάζοντας δυό ήρωές του να παίζουν τάβλι: Πήγε ο Μεντές για τη ζαριά/και θαύμασε πως ήρθανε εξάρες./Είπε ο Λεόν./ Για θάνατο μιλούν κι είναι καλές/πόρτες θα ανοίξουν θες δεν θες/τοπία στο άγνωστο./Εκεί θα ταξιδέψεις.(Σπουδή σε ένα θέμα. Α)

 Στο σκάκι του Μπέκετ, κάθε πιόνι που βγαίνει από το παιχνίδι, ελαττώνει τον χρόνο, την ύπαρξη, τη ζωή (όπως ακριβώς συμβαίνει και στην ταινία του Μπέργκμαν Ο Ιππότης και ο θάνατος, στην ανάλογη σκηνή του σκακιού). Ως μια αντιστοιχία, το τάβλι του Βεντούρα, εστιάζεται κυρίως στην απώλεια, την τραγικότητα του αναπόφευκτου τέλους. Παίξε/κλείνει η πόρτα της καρδιάς/με τρία άσσο και μ’ ενστάσεις./Έξη άσσος ο φραγμός/δεν σ αφήνει να περάσεις(Σπουδή σ’ ένα θέμα.Α). Φανερό λοιπόν το άλγος του ποιητή, το οποίο πρέπει σοφά να αναστραφεί, να εξορκιστεί και να μετατραπεί σε καλλιτεχνικό διακύβευμα.
  Ο Βεντούρας οργανώνει το δικό του παιχνίδι, άλλοτε πάνω στα πλήκτρα του υπολογιστή (περιγράφοντας oθόνες, άβαταρ, pulsar, κουάρκς, λεπτόνια και αδρόνια, ως σύγχρονος θιασώτης του Internet) κι άλλοτε με στοιχεία του απτού φυσικού κόσμου, της γνωστής μας πραγματικότητας. Αυτοί οι δυό κόσμοι, ο εικονικός και ο πραγματικός, αντιπροσωπεύουν και την περιγραφή της σύγχρονης ζωής, αλλά και τον διχασμό του υποκειμένου ανάμεσα στις έννοιες του «αληθινού» και της «αναπαράστασης». ξιοποιώντας τις λεπτές φιλοσοφικές νύξεις του Βεντούρα, ο πιο υποψιασμένος αναγνώστης ίσως θα σκεφτόταν τον Πλάτωνα, ο οποίος θεωρούσε ότι ο κόσμος που ζούμε δεν είναι παρά μια σκιά, ένα αντίγραφο του κόσμου των ιδεών. Υπό το πρίσμα αυτής της ιδέας, φυσικά η τραγικότητα πολλαπλασιάζεται.)
 Αισθάνομαι πως η διαδικτυακή πραγματικότητα, όπως την παρουσιάζει ο Ι.Β., θα μπορούσε αρχικά να εκληφθεί ως  αυτή που αντικαθιστά το παλιό παιδικό παιχνίδι με την επιλογή της μεταπήδησης σε έναν τεχνητό χώρο παιγνίου, για να υπάρξει και η ανάλογη έξοδος από τον χρόνο. Όμως εν αντιθέσει με το παιδικό παιχνίδι, όπου ο θάνατος του υποκειμένου συνάδει με την πρωταρχική αδαμική μακαριότητα (τη φανέρωση μιας ιερής οντολογίας), η έξοδος στο Διαδίκτυο παριστά την  κατάργηση του προσώπου, μέσω της οποίας το ον δεν απολαμβάνει την ελευθερία, αλλά βαρύνεται από τη σπατάλη της ουσίας. Ο θάνατος τεχνουργεί, λοιπόν, στην παρούσα συλλογή έναν σκοτεινό καμβά, άλλοτε με την αποτύπωση της υπαρξιακής αγωνίας του ποιητή και άλλοτε με την αναπαράσταση της ψεύτικης ζωής (του Δικτύου) που υποδύεται την αληθινή.

  Αλλά ως παιχνίδι, βλέπει ο Ι.Β. και την ίδια την ποιητική τέχνη. Γι αυτό και το παρόν βιβλίο μοιάζει σαν ένας μηχανισμός με πολλά εξαρτήματα, το καθένα  τοποθετημένο γύρω από έναν κεντρικό άξονα, για να υπηρετήσουν όλα μια προσεχτικά σχεδιασμένη σύνθεση, με είσοδο, κυρίως θέμα, έξοδο και επίλογο, χωρίς εντούτοις αυτή η έλλογη οργάνωση να εμποδίζει τη λυρικότητα. Χθες το φεγγάρι/ σαν κρόκος χαλασμένος/ή σου φάνηκε/… η Συγγρού αργά/περιστεριώνας μοιάζει/ κι έρωτα φωλιά. (Λεωφόρος του σεξ σε έξη χάικου).
   Κατά την αίσθησή μου, ο Ι.Β. προετοιμάστηκε για το παρόν βιβλίο μέσω μιας παλιότερης συλλογής του, το «Σχόλια σε μαύρο», ένα έργο ανάλαφρο, με το οποίο είχε αποπειραθεί να διαχειριστεί πιο απελευθερωμένα την ποιητική γλώσσα. Εδώ, για να συγκροτήσει μια ειδική φόρμα που να αποτυπώνει τις διαστάσεις του ενδοκοσμικού παιχνιδιού, χρησιμοποιεί τεχνάσματα που μας δίνουν την αίσθηση του χρόνου που περνά, μέσα από επαναλαμβανόμενες σταθερές, πχ ποιήματα σε δυό βερσιόν (ένα ίδιο θέμα σε δυό διαφορετικές εκτελέσεις, όπως οι παραλλαγές ενός μουσικού κομματιού)· γεγονός που δεν μας επισημαίνει απλώς την ποικιλία της γλωσσικής ανάπτυξης και τη δυνατότητα των λεκτικών συνδυασμών, αλλά και τη σταθερή εξουσία του ποιητή πάνω στη μορφή, καθώς ο ίδιος, ως παίκτης, πειραματίζεται, επιλέγει, προτείνει, κυριαρχεί. 




  Στα αρνητικά της παρούσας συλλογής θα έβαζα κάποιες παλιομοδίτικες λέξεις και φράσεις που επιβαρύνουν τη συνολική γλωσσική υπόσταση του εγχειρήματος. Κλείνοντας το παρόν σημείωμα, παραθέτω το ποίημα Λόλα, ίσως το πιο επιτυχημένο του βιβλίου. Φτιαγμένο με πολύ απλά υλικά, αποτελεί το πλέον αντιπροσωπευτικό δείγμα της σκέψης του Ι.Β. καθώς συμπυκνώνει και αναδεικνύει τη σύγχρονη τραγικότητα, σε μια εποχή όπου το internet και η τεχνολογία έχουν αλλοιώσει τις έννοιες του «προσώπου» και της ανθρώπινης ψυχής. Μασά μια τσίκλα../Η Λόλα/ (μετρά τον χρόνο;)/γυρνά και γελά/κι αυτό το γέλιο/(με τη βραχνάδα)/ λύπη που βγάζει/ η Λόλα/ δεν θα μι/λά./Λα λα. Θα ’ναι εγώ./Έλα λοιπόν Λόλα/έχεiς τη μορφή gif/Kι εγώ σπλατς στο κενό/θ’ απλώνω το χέρι/σ΄ ότι προβάλλει που/φεγγάρι φαντάζει/γυαλί φωτεινό./Και μετά/τι φοβάσαι;/Δεν θα είναι φριχτό/το δάκρυ σου Λόλα/με το πλήκτρο delete/αιφνίδια θα σβήσει./Θα χαθώ κι εγώ. 

Δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ 14/1/2018