Translate

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Τάσος Γουδέλης - κριτική για το Επταετές Κοράσιον

ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ
Για το βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη
ΕΠΤΑΕΤΕΣ ΚΟΡΑΣΙΟΝ


ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ, ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ
O ποιητής που ασκείται στο ‘μη εαυτόν αρέσκειν’ την ώρα της γραφής, δεν είναι δέσμιος μιας θεολογίας, απλώς έχει κατά νου τις παγίδες του ναρκισισμού.». 
                      (Από το βιβλίο)


Ο αναγνώστης που ξεφυλλίζει το παρόν βιβλίο της Κλεοπάτρας  Λυμπέρη πάνω από τον πάγκο ενός βιβλιοπωλείου ή κάπου αλλού, μη έχοντας το χρόνο να προσλάβει αμέσως και επακριβώς το είδος στο οποίο ανήκει η γραφή της τελευταίας, θα κάνει διάφορες βιαστικές υποθέσεις, γιατί, ας πούμε, παρακειμενικά δεν τον βοηθά η σημειολογία του βιβλίου. Βέβαια, δεν θα χρειαστεί και πολύ σκέψη αν συνδυάσει με μια ματιά το θεολογικό, παπαδιαμάντειο τίτλο Επταετές κοράσιον –αυτόν τον εξόχως αδέσμευτο νοηματικά εν σχέσει με τα άλλης τάξεως, συνθηματικώς ποιητικά κείμενα του βιβλίου– για να καταλήξει σε πολύ γενικά συμπέρασματα σχετικά με το προηγούμενο ζητούμενο.
     Αλλά δεν αρκούν, οπωσδήποτε, μόνο διαπιστώσεις του τύπου: «Κρατώ στα χέρια μου ένα βιβλίο με μια παιγνιώδη, μεταμοντέρνα γραφή, η οποία μέσα από ένα ποικίλα τηλεγραφικό, αφοριστικό πνεύμα μοιράζει την τράπουλα», όπως λένε. Πιστεύω ότι πέρα από τα πολλά προτερήματα του βιβλίου λειτουργεί θετικά ακριβώς και η συνιστώσα που μόλις ανέφερα: η παιγνιώδης αναμέτρηση με διάφορες στοχαστικές βραχυλογίες, με σκοπό την ποιητική υπέρβαση.
     Εδώ θα μπορούσα, χωρίς αστεία, να έχω ολοκληρώσει το σχολιασμό του Επταετούς κορασίου, εάν ήμουν αναγκασμένος να το συστήσω εν συντομία σε άλλους. Όμως, βρίσκομαι εδώ, η Λυμπέρη αποτρέπει από μια τέτοια ενέργεια, και θα ένιωθα ότι  προδίδω απόλυτα τη χειρονομία της εάν ήμουν υποχρεωμένος να πράξω κάτι παρόμοιο. Γιατί προσφέρει ένα βιβλίο, το οποίο παρά το μικρό του δέμας (εγώ, αντίθετα, λάτρης του βραχέος κειμένου, θα έλεγα: χάρις στο μικρό του δέμας), μας θέτει ενώπιον των ευθυνών μας.
    Και εξηγούμαι: μας υποχρεώνει με το ιδαίτερο βάρος της πυκνής και ακαριαίας γραφής της να παρακολουθήσουμε προσεκτικά μια διατύπωση, η οποία αποστάζει τον κουρασμένο μακροπερίοδο λόγο, για να καταλήξει σε απαιτητικούς νοηματικούς πυρήνες.
    Ας προσπαθήσω, όμως, να περιγράψω, όσο δύναμαι, τη σημειολογία της πρότασής της ξεκινώντας από κάποια προφανή, εξωτερικά ίχνη:  
Να πω, λοιπόν, ότι η Κλεοπάτρα Λυμπέρη στο βιβλίο της δεν σημειώνει δίκην εισαγωγής, επιμέτρου ή σχολίου στο οπισθόφυλλο, σε κάποια τέλος πάντων σελίδα κάτι εκτενές και διευκρινιστικό για το είδος στο οποίο ανήκει το κείμενό της (ή για την ακρίβεια τα κείμενά της) και, γενικά, δεν δίνει διασαφήσεις για τη φύση του.
    Οπότε αναθέτει στον αναγνώστη (και όχι κατ' ανάγκην φιλοπερίεργο), το ρόλο του ερευνητή σχετικά με το λογοτεχνικό χώρο στον οποίο κινείται η γραφή της  κατά βάθος. Γιατί, σε πρώτο επίπεδο, όλοι το αντιλαμβάνονται, η συγγραφέας καλλιεργεί τον βραχύ ποιητικό λόγο, δίκην... Αλλά ας μην προχωρήσω σε προσδιορισμούς, όπως βιάστηκα να κάνω στην αρχή, πριν πάρω τα πράγματα με τη σειρά. 
     Η Λυμπέρη το μόνο που παραθέτει στην τελευταία σελίδα του βιβλίου είναι μία φράση, η οποία μπορεί να μας καθοδηγήσει πολύ αδρά σχετικά με τα προηγούμενα. Συγκεκριμένα πρόκειται για μερικές ευχαριστήριες λέξεις οι οποίες απευθύνονται στον Ίκαρο (μπορώ να συμπεράνω ότι πρόκειται για τον κοινό μας φίλο Γιώργο -Ίκαρο Μπαμπασάκη) ευχαριστώντας τον για το δώρο του συγκεκριμένου «σημειωματαρίου»: έτσι χαρακτηρίζουν, μάλλον αόριστα, τη μορφή του παρουσιαζόμενου βιβλίου. Η Λυμπέρη, λοιπόν, ονομάζει τον φορέα, ας πούμε, των κειμένων της “σημειωματάριο”.
     Τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό; Εκ πρώτης όψεως το όχημά της: αυτό το μικρό note book, το πιο κλασικό πια μέσο καταγραφής εντυπώσεων, στη θέση ενός μικρού ipad, είναι ένα μπλοκ στο οποίο κάθε συγγραφέας αποτυπώνει σύντομες σκέψεις του, υπό το κράτος κάποιας έμπνευσης, με αφορμή διάφορες αιτίες π. χ. μετά από μια φράση που σκέφθηκε μόνος του ή άκουσε και τον ενδιέφερε αισθητικά, μετά από μια σύντομη, φευγαλέα εικόνα καθημερινή ή όχι, ελκυστική για “μεταγραφή” κ. λ. π. , κ. λ. π.
     Άρα είναι προφανές, αλλά χρειάζεται να το τονίσω χάριν της συζητήσεως, ότι  η έννοια του “σημειωματαρίου” μας παραπέμπει με ακρίβεια στην έννοια του σύντομου κειμένου: σε ένα εργαλείο, πιο ειδικά, του συγγραφέα, όπως προανέφερα, γιατί αυτός μας ενδιαφέρει εν προκειμένω. Εδώ ας θυμηθώ, ως παρέκβαση και όχι,  μιαν πολύ γνωστή δραματουργική επινόηση: τον συγγραφέα Τριγκόριν από τον Γλάρο του Τσέχοφ (μια περσόνα του ίδιου του μεγάλου ρώσου δημιουργού), ο οποίος αναφερόταν με μελαγχολία στο βασανιστικό, μικρό του μπλοκ, γιατί εκεί ένιωθε υποχρεωμένος να συλλέγει, ως εντομολόγος, ανασύροντάς το από την τσέπη του (ακόμα και σε ένα νωχελικό περίπατο με συντροφιά), όσες ωραίες φράσεις άκουγε ή του έρχονταν στο μυαλό ξαφνικά.
    Η Λυμπέρη, λοιπόν, μας παρουσίασε ένα βραχύ βιβλίο με σημειώσεις στο πνεύμα που προσπαθώ να εντοπίσω, ίσως μαζί με οποιονδήποτε αναγνώστη. Επιμένω στον ακριβή προσδιορισμό της γραφής της, εν προκειμένω γιατί, όπως είπα, η ίδια η συγγραφέας αρνείται να τη σχολιάσει. Να τονίσω εδώ ότι δεν με ενδιαφέρουν οι φιλολογικές σχηματικότητες, οι ειδολογικές κατατάξεις, οι οποίες αφαιρούν, συνήθως, αυτή τη διαφεύγουσα, έκτακτη θερμοκρασία, που οφείλει, θα έλεγα, να έχει κάθε κείμενο. Χάριν συζητήσεως, επαναλαμβάνω, αξίζει τον κόπο, νομίζω, να εξετάσουμε και να προσεγγίσουμε, το χώρο μέσα στον οποίο κινείται η Λυμπέρη, αποκαλύπτοντας, ει δυνατόν, ακόμα και προθέσεις, εκτός από τις όποιες κατακτήσεις της γραφής της.
    Παρακάμπτοντας τον πολύ ελεύθερο τίτλο (μεταφυσικής, ρομαντικής, υπερρεαλιστικής ή καταγωγής), που θα μπορούσε να μας οδηγήσει, πιθανόν, σε εσφαλμένες κρίσεις, βάσει της δικής μου μεθόδου προσέγγισης του βιβλίου, επισημαίνω τα εξής:
   Σε μια πρώτη μας επαφή με το βιβλίο, βλέπουμε ότι η συγγραφέας καλλιεργεί τον επιγραμματικό λόγο με την ευρεία έννοια και όχι με την ιστορική/φιλολογική. Κι όταν λέω, δηλαδή, επιγραμματικό λόγο, εννοώ εκείνη την ευσύνοπτη γραφή, η οποία, ακαριαία και με οικονομία εκφέρει ολοκληρωμένα νοήματα.
    Ας μην μας παρασύρει η ημερολογιακή μορφή του βιβλίου. Εξηγούμαι: η Λυμπέρη δίκην ημερολογιακών σημειώσεων καταγράφει σκέψεις, στοχαστικές ιδέες και ποιητικές παρατηρήσεις με λόγο βραχύ, που μοιάζει να συγκεντρώνει τον αφρό της ημέρας καταγραφής. Εδώ η χρήση του ημερολογίου παίζει ένα ρόλο τελικά φαντεζίστ, ποιητικό: αφού βαραίνει μόνο για τη Λυμπέρη, και όχι για τον αναγνώστη, ως ρεαλιστικό μυστικό, ως στοιχείο της προσωπικής της μυθολογίας.
    Όλοι γνωρίζουν τη δυσκολία να χαρακτηρισθεί, ιδιαίτερα σήμερα, μετά από έναν Κάφκα ή ένα Σιοράν ή ακόμα και μετά  από τα Μονολεκτικά και ολιγόλεκτα του δικού μας Καρούζου, ο περιεσταλμένος λόγος, που κινείται μεταξύ δοκιμιακού στοχασμού και ποιητικής κατάθεσης. Έχει κυλήσει άφθονο νερό μετά τους Λατίνους, τους Αλεξανδρινούς ή την περίοδο ενός Λαροσφουκό, όπου τα πράγματα ήσαν πιο απλά: οι σύγχρονοι του γάλλου ευφυολόγου, π.χ., έλεγαν αποφθεγμα και εννοούσαν ακριβώς αυτό που καλλιεργούσε ο τελευταίος. Δηλαδή «τη λακωνική αλλά ουσιαστική έκφραση» που θυμίζει την παροιμία, το ρητό, τον αφορισμό, το στοχασμό, το επίγραμμα, το γνωμικό, το αίνιγμα, το αξίωμα και άλλες παρεμφερείς έννοιες.
    Θα έλεγα ότι τυπικά η Λυμπέρη κινείται στην περιοχή του αφορισμού: σε εκείνη, δηλαδή, την επίσης βραχεία και περιεκτική διατύπωση ( σε αναλογία με τις προηγούμενες έννοιες), οι οποίες, σύμφωνα με τα λεξικά, όταν είναι εύστοχος εκθέτει και συμπυκνώνει ένα μέρος της αλήθειας και είναι ένα γενικό διάγραμμα ή μια εικόνα. Από τον Άγιο Αυγουστίνο έως τον Σοπενάουερ και από τον Βαλερί έως τον Παβέζε και τον Γούντι Άλεν, η έκφραση αυτή ευδοκίμησε.
    Αλλά εν προκειμένω έχουμε μπροστά μας ένα είδος αφορισμού, ποιητικής τάξεως, ο οποίος κλίνει περισσότερο προς τη στοχαστική και ανατρεπτική σκέψη. Μένω για λίγο στον όρο ανατρεπτική για να τον αντιδιαστείλω προς αυτόν που η θεωρία έχει συνδέσει με τον ειρωνικό/σατιρικό, κάτι ξένο προς τις επιδιώξεις της Λυμπέρη. Εδώ να τονισω ότι οι παιγνιώδεις ενίοτε στοχεύσεις της συγγραφέως δεν εισέρχονται στο χώρο που προανέφερα.
    Η τελευταία μέσα από τις σημειώσεις της, εκ των οποίων οι εκτενέστερες δεν ξεπερνούν τις εννέα αράδες σε έκταση, παρατηρεί και καταγράφει, κάποτε με εξομολογητική διάθεση, ποικίλα φαινόμενα: γλωσσικά, λογοτεχνικά, ψυχολογικά, φιλοσοφικά, ερωτικά, «φυλετικά» και άλλα.
    Το ζητούμενο της Λυμπέρη, η οποία ως συγγραφέας γενικά ασχολείται και με το θεωρητικό λόγο, είναι το ποιητικό εξαγόμενο, μέσα από τη συναίρεση δοκιμιακής και ποιητικής γλώσσας. Η γραφή της επιζητεί τη συμμετοχή μας μέσα από αυτή τη διασταύρωση. Θεωρώ πως πιστεύει ότι η συγκίνηση ή ακόμα και ένας αόριστος αιφνιδιασμός μπορούν να προέλθουν από τη χημεία διανοητικού και συναισθηματικού. Η γαλλική αλλά και η αγγλοσαξωνική σύγχρονη σκέψη ανιχνεύεται ως επίδραση στο λόγο της, ο οποίος, όμως, έχει κερδίσει την αυτονομία του μέσα από ιδιοπρόσωπες νοηματικές «προκλήσεις».
    Τα μικρά και ευκίνητα παίγνια της Λυμπέρη στα χέρια κάποιου άλλου, λιγότερου ικανού, πιθανόν να φλέρταραν με την κατασκευή: προιόντα κάποιου που ποζάρει ή νομίζει ότι χρησιμοποιεί τη γλώσσα, ενώ αντίθετα εκείνη τον παγιδεύει. Στην περίπτωση της Λυμπέρη, όμως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με δραστικά αινίγματα, ακόμα και όταν οι αφορισμοί της μοιάζουν να αυτοαναφλέγονται, να αυτοκαταστρέφονται, όπως το φίδι που δαγκώνει την ουρά του. Δεν εννοώ ότι η  προκείμενη γραφή δεν στήνει κάποτε αμήχανες παγίδες, αλλά έχεις την εντύπωση στις περισσότερες περιπτώσεις, για έναν άγνωστο και δυσερμήνευτο λόγο που σχετίζεται πάντα με την προικισμένη γλώσσα, ότι οι απολαυστικές δυσκολίες μας μπροστά στη συγκεκριμένη διατύπωση αντανακλούν και τις δυσκολίες της ίδιας της Λυμπέρη απέναντι στο αντικείμενό της.
    Θέλω να πω ότι η τελευταία με δεξιοτεχνία πείθει για την εξομολογητική της διάθεση, την ταπεινότητά της, ακόμα και όταν νομίζεις πως την απασχολούν σχήματα και ιδέες παρά αληθινά αισθηματα. Το ποιητικό της Εγώ λειτουργώντας δημιουργικά δεν αφήνει περιθώρια παρεξηγήσεων για την πρόθεσή της. Η ίδια εξάλλου διευκρινίζει: «Ένα αυτάρεσκο εγώ δεν μπορεί παρά να είναι παραιτημένο από την ποιητική της ύπαρξης. (Αν και η αυταρέσκειά μου συχνά συντρίβει την ποιητική μου, οι λέξεις μου εξακολουθούν να γράφουν ποιήματα σε χαρτιά!).»
    Aναφέρθηκα προηγουμένως σε αινίγματα και υπαινίχθηκα ότι η Λυμπέρη προτείνει διάφορους γρίφους πετώντας μας το γάντι. Εάν ο ασκημένος αναγνώστης δεν έμενε ικανοποιημένος από τη γραφή της θα θεωρούσε ευλόγως τη χειρονομία της αντιποιητική και προιόν εργαστηρίου. Όταν, όμως, αυτός μπροστά σε τούτα τα «μυστικοπαθή» ενίοτε λεκτικά μορφώματα, νιώθει, κατά τη γνωστή φράση, ότι έχει μείνει στον προθάλαμο, μη μπορώντας να παραβιάσει τα ελκυστικά μυστικά τους, τότε αναγνωρίζει την επιτυχία της Λυμπέρη.
    Η Λυμπέρη κερδίζει τις εντυπώσεις με το συγκερασμό: ναρκισισμού και μετριοπάθειας, εσωστρέφειας και εξομολόγησης, εγκεφαλικότητας και συγκινημένης διάθεσης. Τι άλλο, όμως, μπορεί να είναι η γραφή πέρα από αυτές τις αντινομίες; Η γραφή της Λυμπέρη δεν κρύβεται και αντιμετωπίζει ανοιχτά και με επιτυχία το συγκεκριμένο, παράδοξο. Την οιονεί αυτή πρόκληση για κάθε συγγραφέα.
    Υπαινίχθηκα εισαγωγικά ότι δεν είναι της αρεσκείας μου ο εκτενής λόγος. Ως ομιλητής, δε, και ακροατής, ακόμα περισσότερο, αποφεύγω να γράφω ή να ακούω «τιράντες», όπως λένε τηρουμένων των αναλογιών, στο θέατρο. Να επαναλάβω, εδώ, όμως, ότι τα ευσύνοπτα κείμενα  της Λυμπέρη μέσα από την απροσδιόριστη, τελικά, ουσία τους, που έχει σχέση με ό,τι μυστικό και ανερμήνευτο μας συνδέει με την αληθινή ποίηση, παρά το μικρό τους δέμας, σου επιβάλονται: δεν σου επιτρέπουν να τα ξεπεράσεις εύκολα. Θα έλεγα, χρησιμοποιώντας μια μάλλον κοινότοποη έκφραση, που ακούγεται κάπως ηχηρή, ότι σε επινοούν. Κατορθώνουν να σε απασχολούν περισσότερο από όσο είχες φανταστεί αρχικά. Κι αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό: δηλαδή το να δείχνουν, τα πιο πολλά, ακόμα και τα πιο εξωστρεφή, ότι έχουν ξαναδιατυπωθεί και παρ’ όλ’αυτά να διατηρούν μια λαμπερή πρωτογένεια.
     Παρασύρθηκα: κάπου εδώ πρέπει να κλείσω την μικρή αυτή ομιλία, στην οποία παρά τις προσπαθειες μου για να περιλάβω σε γενικές γραμμές όλες μου τις εντυπώσεις από το προκείμενο βιβλίο, νιώθω ότι ήταν ατελής και ανολοκλήρωτη. Να πω, όμως, ότι και να ήταν δεκαπλάσια σε έκταση πάλι θα ένιωθα ότι προδίδω αυτά που εισέπραξα και μπορώ να εισπράξω από τις τόσο υποψιασμένες βραχυλογίες της Λυμπέρη. Όπως κάθε καλό βιβλίο έτσι κι αυτό, λοιπόν, είναι ανοιχτό και επιζητεί να το ανακαλύπτεις συνεχώς: να μην το αφήσεις να σκεπαστεί και να χαθεί από τον όγκο των αναγνωστικών υποχρεώσεών μας, οι οποίες στην πλειοψηφία τους είναι πληκτικές.
    Προτείνω αυτά τα κείμενα ολόθερμα: γιατί έχουν προκύψει από τη συνάντηση αγχίνοιας, δολιότητας (ας μην μας τρομάζει η λέξη, νομίζω ότι σχετίζεται με την εύστοχη γραφή) και ευαισθησίας.

ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ


Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου
στο Ιονικό Κέντρο - 2011


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου