Translate

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Ιωσήφ Βεντούρας-Το παιχνίδι (κριτική)







Από την Κλεοπάτρα Λυμπέρη
λίγα λόγια για το βιβλίο του
                           
ΙΩΣΗΦ ΒΕΝΤΟΥΡΑ
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
(Εκδόσεις Τυπωθήτω, 2015)


Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΙΓΝΙΟΥ
          
               Τo παιχνίδι φτάνει ως τον θάνατο του υποκειμένου
                     Ρολάν Μπαρτ
         
                    Ας φανταστούμε/μια έκρηξη/την ανυπαρξία/
             ένα pulsar στον ουρανό/μια χαίτη αλόγου
                 που καλπάζει
                   Iωσήφ Βεντούρας


Το ανοιχτό παιχνίδι του χρόνου, ο κόσμος της περιπλάνησης, δεν εκδηλώνεται ως νόημα, ούτε ως παράλογο, εκδηλώνεται ως παιχνίδι. Με αυτή τη λέξη δεν εννοώ το ανθρώπινο και το κοινωνικό παιχνίδι, όσο το παιχνίδι του ίδιου του κόσμου, αυτό που υποβάλλεται σε μας, οι οποίοι είμαστε παίγνιο μαζί και παίκτες, υποστηρίζει ο Κώστας Αξελός. Θυμήθηκα αμέσως τις παραπάνω σκέψεις, όταν πήρα στα χέρια μου την τελευταία ποιητική συλλογή του Ιωσήφ Βεντούρα. Για να διαπιστώσω στη συνέχεια ότι το παρόν βιβλίο, πέρα από τις ευρύτερες φιλοσοφικές διαστάσεις προς τις οποίες μας ανοίγει, φιλοδοξεί να αποτελέσει αυτό το ίδιο ένα παιχνίδι με συγκεκριμένο μηχανισμό και όρους συμμετοχής.
Ο ποιητής είναι παίκτης στον χώρο των αισθημάτων, ένας επιστολογράφος των συγκινήσεων, συνομιλητής του χρόνου και ταυτοχρόνως εκείνος που καλείται να καταργήσει τον χρόνο, βάζοντας τους δικούς του υπαρκτικούς και καλλιτεχνικούς όρους. Το παρόν βιβλίο μας υποβάλλει κατ’ αρχάς την έννοια του ίδιου του χρόνου, μέσα από την αισθητική εμπλοκή του Βεντούρα σε αυτό που ονομάζεται ζωή, ιστορία, τεχνικός πολιτισμός, συναισθηματικό και νοητικό περιβάλλον. Ο χρόνος ως ρυθμιστής, ως δεσμώτης και ως άρχων του αέναου παιχνιδιού, παρουσιάζεται εδώ αποκαλύπτοντας μερικά από τα προσωπεία του, κόσμους πραγματικούς και φαντασιακούς, τεχνητούς κι «αληθινούς». Περίοπτη θέση στην  αφήγηση κατέχει ο χρόνος του Διαδικτύου, ως το κεντρικό σημαίνον του σύγχρονου πολιτισμού.


Αλλά ας το πιάσουμε από την αρχή. Με τις παλιότερες ποιητικές του συλλογές Κυκλώνιον και Ταναϊς ο Ι.Β. επένδυσε στη μνήμη, ανιχνεύοντας την εβραϊκή του ταυτότητα όχι μόνο μέσω της συναισθηματικής του ζωής αλλά και μέσα από την ίδια την ιστορία. Τα ειδικά στοιχεία στα οποία κατέφυγε γι’ αυτό τον σκοπό (εβραϊκή παράδοση, θρησκευτικές αφηγήσεις, Βίβλος, Καμπαλά, μύθοι, ψήγματα από τη γλώσσα των εβραϊκών γραφών) προφανώς τον  βοήθησαν να ολοκληρώσει τη συγκεκριμένη ανίχνευση. Έτσι, στο νέο του βιβλίο δεν συναντάμε πλέον ανάλογες σημάνσεις αλλά
την πρόθεση ενός βλέμματος καθολικού, που ενδιαφέρεται για τη συνολική ανθρώπινη περιπέτεια. Στο ποίημα Το φάντασμα ΙΙ θα γράψει:  Φτιαγμένος να γυρεύω ηδονή/ σε παγίδα βρίσκομαι που δεν γνωρίζω. Και ο Παράδεισος/ τι παραμύθι!  Εντούτοις η μεταφυσική του ανησυχία παραμένει: Ας υποθέσουμε μια λίμνη / σε σύμπαν φωτεινό./Aς υποθέσουμε/μια τρύπα στο γαλαξία. (Pulsar)
Πέρα από τη γενικότερη διάσταση του κοσμικού παιχνιδιού (όπως τη θέτει η σκέψη του Αξελού, και όπως υπονοείται στην παρούσα συλλογή), κατά τη δική μου αίσθηση ο Ι.Β. ανοίγεται και σε άλλα επίπεδα, συμπεριλαμβάνοντας το ανθρώπινο υπαρξιακό παιχνίδι. Θα έλεγα μάλιστα ότι η ποιητική του θέτει εξ’ αρχής το υπαρξιακό ζήτημα επί τάπητος, από τη στιγμή που ο ίδιος  τοποθετεί μπροστά μας μια σκηνή με πρόσωπα που συνδιαλέγονται  –ηθοποιούς και ρόλους–, για να αναδείξει στο βάθρο ένα ειδικό νόημα: «παιδός η βασιλεία». Ο χρόνος είναι ο μεγάλος αυθέντης, και μόνο ως παιδιά μπορούμε να τον υποτάξουμε (να τον καταργήσουμε;) ως παιδιά και ως αθώοι, δηλαδή ως μη έχοντες γνώση του θανάτου.


Παρότι δηλώνεται ότι η αμεριμνησία αποτελεί το κεντρικό διακύβευμα στην ανά χείρας συλλογή, η μελαγχολική υπενθύμιση της έννοιας του θανάτου καταργεί την επίπλαστη φύση του «παιχνιδιού», αναστρέφοντας το ανάλαφρο κλίμα. Ο θάνατος παρουσιάζεται διαρκώς  αθροίζοντας μια ερεβώδη ατμόσφαιρα που πιστοποιεί το πραγματικό αίσθημα του Ι.Β., τον βαθύτερο σκοτεινό κόσμο του: Για ψίχουλα πουλιέμαι/καμπυλώνει ο χρόνος/όταν συναντιούνται εκείνοι που υπήρξαν/και οι άλλοι που όχι/ καμπυλώνει ό,τι ζωγραφίσαμε. (Το φάντασμα ΙΙ)
 Στο διήγημα Μάρφυ, ο Μπέκετ βάζει τον ήρωά του να παίζει σκάκι με τον κύριο Έντον σε έναν αέναο αγώνα: Τα σύμβολα είναι προφανή: Το παιχνίδι της ζωής και του θανάτου, το παιχνίδι της τυχαιότητας, το παιχνίδι του παραλόγου, η επανάληψη, η φθαρτότητα, ο ανθρώπινος κατακερματισμός, η απουσία  νοήματος. Ο Βεντούρας δημιουργεί κι αυτός μια συνέχεια του σκοτεινού μπεκετικού κλίματος, με ίχνη από τα αδιέξοδα και τον απελπισμό της ύπαρξης, βάζοντας δυό ήρωές του να παίζουν τάβλι: Πήγε ο Μεντές για τη ζαριά/και θαύμασε πως ήρθανε εξάρες./Είπε ο Λεόν./ Για θάνατο μιλούν κι είναι καλές/πόρτες θα ανοίξουν θες δεν θες/τοπία στο άγνωστο./Εκεί θα ταξιδέψεις.(Σπουδή σε ένα θέμα. Α)

 Στο σκάκι του Μπέκετ, κάθε πιόνι που βγαίνει από το παιχνίδι, ελαττώνει τον χρόνο, την ύπαρξη, τη ζωή (όπως ακριβώς συμβαίνει και στην ταινία του Μπέργκμαν Ο Ιππότης και ο θάνατος, στην ανάλογη σκηνή του σκακιού). Ως μια αντιστοιχία, το τάβλι του Βεντούρα, εστιάζεται κυρίως στην απώλεια, την τραγικότητα του αναπόφευκτου τέλους. Παίξε/κλείνει η πόρτα της καρδιάς/με τρία άσσο και μ’ ενστάσεις./Έξη άσσος ο φραγμός/δεν σ αφήνει να περάσεις(Σπουδή σ’ ένα θέμα.Α). Φανερό λοιπόν το άλγος του ποιητή, το οποίο πρέπει σοφά να αναστραφεί, να εξορκιστεί και να μετατραπεί σε καλλιτεχνικό διακύβευμα.
  Ο Βεντούρας οργανώνει το δικό του παιχνίδι, άλλοτε πάνω στα πλήκτρα του υπολογιστή (περιγράφοντας oθόνες, άβαταρ, pulsar, κουάρκς, λεπτόνια και αδρόνια, ως σύγχρονος θιασώτης του Internet) κι άλλοτε με στοιχεία του απτού φυσικού κόσμου, της γνωστής μας πραγματικότητας. Αυτοί οι δυό κόσμοι, ο εικονικός και ο πραγματικός, αντιπροσωπεύουν και την περιγραφή της σύγχρονης ζωής, αλλά και τον διχασμό του υποκειμένου ανάμεσα στις έννοιες του «αληθινού» και της «αναπαράστασης». ξιοποιώντας τις λεπτές φιλοσοφικές νύξεις του Βεντούρα, ο πιο υποψιασμένος αναγνώστης ίσως θα σκεφτόταν τον Πλάτωνα, ο οποίος θεωρούσε ότι ο κόσμος που ζούμε δεν είναι παρά μια σκιά, ένα αντίγραφο του κόσμου των ιδεών. Υπό το πρίσμα αυτής της ιδέας, φυσικά η τραγικότητα πολλαπλασιάζεται.)
 Αισθάνομαι πως η διαδικτυακή πραγματικότητα, όπως την παρουσιάζει ο Ι.Β., θα μπορούσε αρχικά να εκληφθεί ως  αυτή που αντικαθιστά το παλιό παιδικό παιχνίδι με την επιλογή της μεταπήδησης σε έναν τεχνητό χώρο παιγνίου, για να υπάρξει και η ανάλογη έξοδος από τον χρόνο. Όμως εν αντιθέσει με το παιδικό παιχνίδι, όπου ο θάνατος του υποκειμένου συνάδει με την πρωταρχική αδαμική μακαριότητα (τη φανέρωση μιας ιερής οντολογίας), η έξοδος στο Διαδίκτυο παριστά την  κατάργηση του προσώπου, μέσω της οποίας το ον δεν απολαμβάνει την ελευθερία, αλλά βαρύνεται από τη σπατάλη της ουσίας. Ο θάνατος τεχνουργεί, λοιπόν, στην παρούσα συλλογή έναν σκοτεινό καμβά, άλλοτε με την αποτύπωση της υπαρξιακής αγωνίας του ποιητή και άλλοτε με την αναπαράσταση της ψεύτικης ζωής (του Δικτύου) που υποδύεται την αληθινή.

  Αλλά ως παιχνίδι, βλέπει ο Ι.Β. και την ίδια την ποιητική τέχνη. Γι αυτό και το παρόν βιβλίο μοιάζει σαν ένας μηχανισμός με πολλά εξαρτήματα, το καθένα  τοποθετημένο γύρω από έναν κεντρικό άξονα, για να υπηρετήσουν όλα μια προσεχτικά σχεδιασμένη σύνθεση, με είσοδο, κυρίως θέμα, έξοδο και επίλογο, χωρίς εντούτοις αυτή η έλλογη οργάνωση να εμποδίζει τη λυρικότητα. Χθες το φεγγάρι/ σαν κρόκος χαλασμένος/ή σου φάνηκε/… η Συγγρού αργά/περιστεριώνας μοιάζει/ κι έρωτα φωλιά. (Λεωφόρος του σεξ σε έξη χάικου).
   Κατά την αίσθησή μου, ο Ι.Β. προετοιμάστηκε για το παρόν βιβλίο μέσω μιας παλιότερης συλλογής του, το «Σχόλια σε μαύρο», ένα έργο ανάλαφρο, με το οποίο είχε αποπειραθεί να διαχειριστεί πιο απελευθερωμένα την ποιητική γλώσσα. Εδώ, για να συγκροτήσει μια ειδική φόρμα που να αποτυπώνει τις διαστάσεις του ενδοκοσμικού παιχνιδιού, χρησιμοποιεί τεχνάσματα που μας δίνουν την αίσθηση του χρόνου που περνά, μέσα από επαναλαμβανόμενες σταθερές, πχ ποιήματα σε δυό βερσιόν (ένα ίδιο θέμα σε δυό διαφορετικές εκτελέσεις, όπως οι παραλλαγές ενός μουσικού κομματιού)· γεγονός που δεν μας επισημαίνει απλώς την ποικιλία της γλωσσικής ανάπτυξης και τη δυνατότητα των λεκτικών συνδυασμών, αλλά και τη σταθερή εξουσία του ποιητή πάνω στη μορφή, καθώς ο ίδιος, ως παίκτης, πειραματίζεται, επιλέγει, προτείνει, κυριαρχεί. 




  Στα αρνητικά της παρούσας συλλογής θα έβαζα κάποιες παλιομοδίτικες λέξεις και φράσεις που επιβαρύνουν τη συνολική γλωσσική υπόσταση του εγχειρήματος. Κλείνοντας το παρόν σημείωμα, παραθέτω το ποίημα Λόλα, ίσως το πιο επιτυχημένο του βιβλίου. Φτιαγμένο με πολύ απλά υλικά, αποτελεί το πλέον αντιπροσωπευτικό δείγμα της σκέψης του Ι.Β. καθώς συμπυκνώνει και αναδεικνύει τη σύγχρονη τραγικότητα, σε μια εποχή όπου το internet και η τεχνολογία έχουν αλλοιώσει τις έννοιες του «προσώπου» και της ανθρώπινης ψυχής. Μασά μια τσίκλα../Η Λόλα/ (μετρά τον χρόνο;)/γυρνά και γελά/κι αυτό το γέλιο/(με τη βραχνάδα)/ λύπη που βγάζει/ η Λόλα/ δεν θα μι/λά./Λα λα. Θα ’ναι εγώ./Έλα λοιπόν Λόλα/έχεiς τη μορφή gif/Kι εγώ σπλατς στο κενό/θ’ απλώνω το χέρι/σ΄ ότι προβάλλει που/φεγγάρι φαντάζει/γυαλί φωτεινό./Και μετά/τι φοβάσαι;/Δεν θα είναι φριχτό/το δάκρυ σου Λόλα/με το πλήκτρο delete/αιφνίδια θα σβήσει./Θα χαθώ κι εγώ. 

Δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ 14/1/2018





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου