Translate

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

KΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

TO ΣΤΟΜΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΕΡΕ ΤΟ ΧΑΙΡΕ

Ι.

Πλέκοντας πλοκάμια νικοτίνη, έγινα των αγγέλων σώ-
μα και πέταγα στην ταραγμένη σχέση των αιθέρων
φορώντας τα καλά μου, φορώντας αρμαθιές κλειδιά κι
κι όχι φτερούγισμα πουλιών ως έπρεπε – γιατί αν κρα-
τάς ένα πουλί στο λογισμό σου αίφνης ανοίγει η θύρα
και τα θαύματα κυλούν εμπρός σου σαν χάντρες στρογ-
γυλές από κολιέ γυναίκας – έτσι, λοιπόν, χωρίς ω-
ραίες πιθανότητες τραβούσε μέσα στον καιρό και ξέ-
πλενε τις μέρες από τα κρίματα και από τα φονικά κι
ο κάθε φόνος ήτανε μια εκδοχή σιωπής που έσταζε στο
μάτι μου και πότιζε τα γονικά εδάφη.

ΙΙ.

Τότε αφέθηκε να πέσει χαμηλά και πέφτοντας άκουγε
Καταρράχτες να βουίζουν και ρομφαίες ξυστά στον τρά-
χηλό του κι ήρθε στα βλέφαρά του η παλιά δοκιμασμέ-
νη σοφία που ελάμπρυνε το φως των οματιών, να δει
τα πλήθος των νερών που εσφύριζαν, να δει τα όντα σε
ανομήματα καθώς ενίβονταν στην όψη, να δει τις αλυ-
σίδες που ενώνουνε στεριές με σώματα υγρά πριν απ’
την υλική κατάστασή τους. Έτσι κοιτούσε ταπεινά κι
εθαύμαζε μη εννοώντας πώς μέσα στην πτώση του
εδωρήθη τόση ωραιότητα κι ως ήρθε σ’ επαφή με την
ψυχρότητα του σκοταδιού, εμεγαλύνθη ο νους του μες
τα θαύματα, εγνώρισε.

ΙΙΙ.

Αυτή η εσώτατη θάλασσα
που όλο ανέρχεται, με τον αθώο εαυτό της.
Υγρές οι φορεσιές μου και τα ρυάκια των μαλλιών
υπάκουο πένθος στα πλακάκια·
ιδρώνω χειμώνα καιρό.
Από την κρήνη κυλώ ως την ελευθερία
ν’ απαρνηθώ τους κήπους, να γίνω το στόμα
που πρόφερε το χαίρε.

Ό,τι μου κατατρώει τα σπλάχνα
ελαττώνοντας τη σάρκα, με αυξάνει.

ΙV.

H ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
Βγαίνοντας στα πάθη κι από πάθη βγαίνοντας
βρέθηκα χωρισμένος απ’ τη φύση μου
με τις σάρκες στα δόντια των σκύλων·
άκουσα τότε τον κρυφό μου πολυέλαιο
να θορυβεί νύχτα στους εξώστες.
Έτσι εξέρχονται τα ποιήματα, πάμφωτα,
σαν χριστουγεννιάτικα δέντρα
μεγαλωμένα στη φρίκη της γιορτής
κι απ’ τους δεσμούς των λέξεων, ο εχθρός
ξεβράζεται πνιγμένος
μέσα στην τόση προετοιμασία.


V.

Το αχ της κόρης που ολολύζοντας πάνω στο νιόσκαφτο
περιβολάκι του νεκρού, φτάνει στην πιο βαθιά της κα-
τοικία.

VI.

Κι ήρθε η ώρα που του εδόθη χάρις να λύνει τους
συνδέσμους της αδικίας και ταράζοντας το νου των
αποκοιμισμένων να οδηγεί έξω από τη μνεία της σαρ-
κός, να καταργεί τον έσχατο εχθρό το θάνατο κι όλον
του τον τρόμο. Και με το πνεύμα του σε νέα θέση, να
ενώνει τα διαιρεμένα πράγματα της φύσης ανεβαίνο-
ντας στα όρη, να στέκει καθώς η κιβωτός στο Αραράτ,
μαζεύοντας τις ομιλίες που ευφραίνουν τη θεία του
καταγωγή. Και καταποντιζόμενος να φτάνει στον καλό
λιμένα, με βλάβες και κινδύνους, ώσπου οι μέρες του
να γίνουν φωταγωγημένα πλοία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου