Translate

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ
για το βιβλίο του George Steiner
H σιωπή των βιβλίων
Μετάφραση: Σοφία Διονυσοπούλου
Εκδόσεις: OΛΚΟΣ
Σελ. 86 Ε 10,45

Ta βιβλία θα πεθάνουν;

«Τι είναι η λογοτεχνία; Ένας τόπος μη τόπος, ένας χρόνος που δεν μετριέται με το χρόνο», σημειώνει ο Μισέλ Κρεπύ, καθώς σκέφτεται το νεαρό Κομπρέ (ήρωα–αφηγητή στο βιβλίο του Προυστ Αναζητώντας το χαμένο χρόνο) να παρατείνει μυστικά την ανάγνωση και την ονειροπόλησή του εν μέσω της οικογενειακής ομήγυρης, αποσυρμένος στον «δικό του κόσμο» που μοιάζει να στοιχειοθετεί την ολοκληρωτική προδοσία της «κανονικής» ζωής।

Αυτές οι «υπέρτατες μυθοπλασίες» (όπως θα έλεγε ο Γουόλας Στήβενς): Oι Μεταμορφώσεις (του Οβίδιου), οι επιστολές της μαρκησίας ντε Σεβινιέ, Τα άνθη του κακού (του Μπωντλερ), το Finnegans Wake (του Τζόυς): γλωσσικά τοπία και κειμενικές πραγματικότητες, ιστορίες και φαντασίες, υπερβατικοί διάλογοι μέσα στην ψυχή, αλληγορίες και πνευματικοί ετεροχρονισμοί। Η ατίθαση ομορφιά του Ρεμπώ, ο Μποσυέ και η αυστηρή θεολογία, η καλύβα του Θόρω στη λίμνη του Ουώλντεν, ο Νοβάλις και ο Κλάιστ, ο Χάινε που έβλεπε στην ποίηση του Γκαίτε την άπιαστη ομορφιά μιας πεταλούδας.

Η ιδέα ενός κόσμου χωρίς βιβλία (χωρίς την αποτυπωμένη ψυχοπνευματική ιδιοσυστασία της ανθρώπινης ύπαρξης) είναι μια ιδέα εφιαλτική। Αλλά αν και η λογοτεχνία έχει ήδη μιλήσει για το τέλος του κόσμου και την κυριαρχία των μηχανών, δεν έχουμε προετοιμαστεί αρκετά για ένα μέλλον στο οποίο δεν θα υπάρχει αυτή η απόλαυση της καταβύθισης στις σελίδες, η ψηλάφηση του χαρτιού, η μυρωδιά των κομμένων φύλλων, η συγκίνηση την ώρα που το κείμενο σου αποκαλύπτεται σαν ένα πολύτιμο κόσμημα (ή σαν μαργαριτάρι από ανοιγμένο όστρακο).

Στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων βιβλία ρίχτηκαν στην πυρά, άλλα τόσα απαγορεύτηκαν ή αφορίστηκαν, η αρραβωνιαστικιά του Μπύχνερ έκαψε στη σόμπα τα χειρόγραφα του Αρετίνου για να προστατέψει την.. ηθική, ο ίδιος ο Μπαχτίν χρησιμοποίησε για τσιγαρόχαρτο σελίδες από το έργο του περί αισθητικής. Υπήρξαν όμως κι εκείνοι που έζησαν μια ολόκληρη ζωή μέσα στις βιβλιοθήκες τους, ο Μονταίνι, ο Ουόλπολ, ο Μοντεσκιέ, ο Τόμας Τζέφερσον, οι αληθινοί μύστες της ανάγνωσης και της γραφής, οι βαθείς γνώστες της μυθοπλασίας, που επέλεξαν την τελειότητα του έργου από την ίδια τη ζωή, και των οποίων τα όργανα της ευαισθησίας κατευθύνθηκαν πάντα στην κατά μόνας απόλαυση του ιδιωτικού.

Για τις κειμενικές πραγματικότητες και το μαγικό σύμπαν της γραφής (την κυριαρχία του φαντασιακού πάνω στην ανθρώπινη συνείδηση, αλλά και την θαυμάσια «παρέκκλιση» της δημιουργικής ανάγνωσης) μας μιλάει ο Τζωρτζ Στάινερ στο παρόν βιβλίο। Ο λόγος, η γραφή, η ανάγνωση, η επικοινωνία, η ψευδαίσθηση, η παράφραση, η εμβάθυνση, η αισθηματική αγωγή. Ο άγγλος? στοχαστής αποκαλύπτει την ιστορία της ισόβιας σχέσης του με τα βιβλία και τη φιλολογία που τα ακολουθεί, παραθέτοντας και μια σύντομη ιστορία του λόγου (γραπτού και προφορικού), χωρίς να καταφεύγει σε κανενός είδους σχολαστικισμό αλλά εμπνεόμενος από την ίδια την Aura της λογοτεχνίας.

Η προφορικότητα της γλώσσας διακίνησε επί αιώνες την ιστορία της ανθρώπινης ψυχής και των πολιτισμικών ανακατατάξεων। Άλλοτε η αφήγηση (ως παραμυθία), άλλοτε η μαρτυρία του γένους και των πατριών, άλλοτε οι άγραφοι νόμοι (ως αναγκαία στήριξη του κοινωνικού ιστού), άλλοτε η απλή διαμεσολάβηση για την επαφή πρόσωπο με πρόσωπο. Το Έπος του Γιγλαμές, οι Νόμοι του Χαμουραμπί, η Ηλιάδα και η Οδύσσεια, η Εβραϊκή Βίβλος, πήραν τη θέση της προφορικής παράδοσης, δίνοντας στο γραπτό λόγο τη δυνατότητα να αποτελέσει τη μνημοτεχνική και την αδιάβλητη ιστορική μαρτυρία που συγκροτούν τα πεπραγμένα της ανθρωπότητας.

«Ο γραπτός λόγος θα έπρεπε να ονομαστεί ομοίωμα (είδωλο) του ζωντανού» διαβάζουμε στον Πλατωνικό Φαίδρο, όπου ο ίδιος ο Σωκράτης επιμένει στην αξία της ζωντανής, έμψυχης γλώσσας, που συν-διαλέγεται και συν-δημιουργεί με το έτερον, σε αντίθεση με την παγιωμένη και «τετελεσμένη» ύπαρξη του γραπτού λόγου। Ωστόσο, υπάρχει μια λογική ανακολουθία σ’ αυτό, διότι όλοι μας γνωρίζουμε από πρώτο χέρι ότι το γραπτό κείμενο, πράγματι μπορεί να πυροδοτήσει άπειρες εσωτερικές «συζητήσεις» και δημιουργικές προοπτικές στον ιδιωτικό χώρο του υποκειμένου. Αν και το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «απείκασμα» της ζωής και του πνεύματος, ισχνό «αντίγραφο» των αιωνίων δυνάμεων του ανθρώπου, παρά ταύτα δεν παύει να γεννά ζωή, σκέψη, συγκίνηση, διερώτηση, ζωντανά εσωτερικά γεγονότα.

Ο Ισοκράτης (ως αντίπαλο δέος της σχολής του Λυσία), είναι ο πρώτος που επιβάλει το γραπτό λόγο στη ρητορική, με το σκεπτικό ότι μόνο έτσι μπορεί να ελέγξει την «ακρίβεια» της γλώσσας। (Μήπως εδώ γεννιέται η αληθινή τέχνη της γραφής που ολοκληρώνει και εκλεπτύνει όλα τα στοιχεία της προφορικότητας, πολύ πριν παρουσιαστεί αυτούσιο το «λογοτεχνικό είδος»;) Ωστόσο, ο Ιησούς είναι ο βασιλιάς της προφορικότητας. (Ο «ζωντανός» λόγος αντιτίθεται στο γραπτό κείμενο της Τορά και του Ταλμούδ, απεικονίζοντας τη διάσταση γράμματος και Πνεύματος. ) Ακολουθεί ο Παύλος, ως καταγραφέας του Λόγου με τα κείμενα των Επιστολών και οι Πατέρες της εκκλησίας συνεχίζουν στην ίδια κατεύθυνση, ενώ οι μοναχοί, οι στυλίτες, οι άγιοι, οι αναχωρητές, εξακολουθούν να επιλέγουν την προφορικότητα. Με την ανακάλυψη της τυπογραφίας, παρουσιάζονται οι βιβλιοθήκες (ακαδημαϊκές, βασιλικές, των λογίων, των ευγενών, αργότερα οι πανεπιστημιακές και των ιδιωτών). Έτσι, η ανάγνωση γίνεται το απόκτημα της Δύσης, το «εχέγγυο» μιας πνευματικής (και ψυχικής;) ανάπτυξης.

Μόνιμη απειλή του βιβλίου, η λογοκρισία, εκεί όπου η τυραννία (του μονάρχη, του κλήρου, των συστημάτων χειραγώγησης) επιμένει να καταργεί τα δικαιώματα του πνεύματος। (Ωστόσο, ο Πούσκον, ο Πάστερνακ, ο Μπρόντσκι, ίσως δεν θα υπήρχαν χωρίς τις εξωτερικές αυτές πιέσεις που προϋποθέτουν την ανατρεπτική λογοτεχνία.)

Ανατρέχοντας στην πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία, ο Στάινερ καταγράφει δύο τάσεις του γραπτού λόγου: έναν «ακραίο ποιμενισμό» που διεκδικεί το αληθινό βίωμα και θέτει τη γραφή σε δεύτερη μοίρα (Γουέρντγουορθ, Έμερσον, ολόκληρος ο ρομαντισμός) συνδέοντας τη γνώση με το κακό ( Μπλέηκ, Θόρω, Ντ.Χ.Λώρενς) κι ένα άλλο ρεύμα αμφισβήτησης, συνδεδεμένο κυρίως με την ασκητική παράδοση, το οποίο θεωρούσε ότι τα βιβλία δεν μπορούν να βοηθήσουν την πάσχουσα ανθρωπότητα. Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος αυτής της δεύτερης κατηγορίας (εκτός από τους φουτουριστές και τους λενινιστές που ζήτησαν την καταστροφή κάθε βιβλιοθήκης) ο γέρων Τολστόι: «το μόνο που έχει ανάγκη ένα έντιμο πνεύμα είναι μια απλοποιημένη εκδοχή του ευαγγελίου», θα γράψει, σε μια μάλλον υπερβολική (έως απλοϊκή) προσέγγιση του πνευματικού γεγονότος της ανάγνωσης.

Αν και ο Στάινερ προτείνει τις μυθοπλασίες ως αντίδοτο στη «χυδαία και βάρβαρη» καθημερινή ζωή, δεν γίνεται να μην σκεφτούμε ότι σήμερα το βιβλίο έχει αντικατασταθεί από την πραγματικότητα του «υπερκείμενου» στο Internet, την αναπαραγωγή βιωμάτων που δεν συνδέονται με τη συγκίνηση, την ονειροπόληση, τη διερώτηση, την αμφιβολία, τη δημιουργική ανάπλαση του κόσμου «μέσα στη σιωπή»।

«Τι θα είχε άραγε σκεφτεί ο Τζόυς για τη συνδυαστική του μεγάλου παιχνιδιού του διαδικτύου»; αναρωτιέται ο Μισέλ Κρεπύ στο δεύτερο μέρος του παρόντος βιβλίου, σχολιάζοντας και συμπληρώνοντας το γραπτό του Στάινερ। Η διαπίστωση ότι η σιωπηλή πράξη της ανάγνωσης δίνει σήμερα μια εντύπωση εξωτισμού, αποτελεί μάλλον το διαπιστευτήριο ενός προδιαγεγραμμένου θανάτου। Η δύναμη των ΜΜΕ δημιουργεί μια στρατιά ηλιθίων στα γρανάζια του συστήματος, υποστηρίζει ο Κρεπύ, πρόσωπα που δεν ενδιαφέρονται να εισχωρήσουν σ’ εκείνη τη σφαίρα της «ανάπαυλας» (το otium των Αρχαίων, ή αλλιώς, «νεκρό» χρόνο), όπου όλα συμβαίνουν εκεί ακριβώς που δεν συμβαίνει τίποτε. Έτσι δεν εκκολάπτονται πλέον οράματα και εκστατικές αναπολήσεις αλλά η απεριόριστη ευκολία της εξωστρέφειας που απαγορεύει τη μύηση στην ποιητική σύλληψη του κόσμου, την αισθητική απόλαυση, τη συναισθηματική εκλέπτυνση. Όσο για την ανάγνωση, αυτή θεωρείται ως «μια διαστροφή που παραμένει ακόμη ατιμώρητη» (η ψυχαναλυτική προσέγγιση θα είχε πολλά να συμπληρώσει εδώ).

Ο Στάινερ και ο Κρεπύ, μπροστά στη νέα πολιτισμική πραγματικότητα, προλέγουν μια ζοφερή ανθρώπινη κατάσταση προετοιμάζοντάς μας για έναν κόσμο «χωρίς ψυχή», εκεί όπου η εικόνα και η «πληροφορία», η τεχνολογία και η μηχανιστική αντίληψη, αντικαθιστούν τις «συγκινημένες» υπάρξεις του συγγραφέα και του αναγνώστη, καθώς και τη μυστηριακή εσωτερική ζωή που αποτελούσε κάποτε το λαμπερό τοπίο μιας πολύτιμης ιδιωτικότητας.

Ένας γέροντας Ιησουίτης συνήθιζε να λέει στους μαθητές του: θα έπρεπε να διαβάζετε τον Μπωντλαίρ γονατιστοί। Η «σιωπή των βιβλίων», σήμερα, αντιστρέφει τον παλιό συμβολισμό της υπερχειλίζουσας αισθαντικότητας του συγγραφέα και του αναγνώστη, για να εικονογραφήσει τη σιωπή του ίδιου του Νοήματος, την αδιαφορία του νεωτερικού υποκειμένου για κάθε τι που κινητοποιεί τα βαθύτερα στρώματα του ψυχισμού προσκαλώντας στην περιπέτεια, τη συναισθηματική αναμόχλευση, τη διακινδύνευση, την υπέρβαση, την αντίδραση, την παρέμβαση.

Η έμπειρη Σοφία Διονυσοπούλου τηρεί λίαν επιτυχώς όλες τις μεταφραστικές προϋποθέσεις.

(δημοσιεύτηκε στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου